Απόψεις: 1821- 2021 / Διασπορά χωρίς κολώνες (και χωρίς ποιμαντορικές ράβδους)

0
61
Οι Ελληνες μετανάστες στο Έλις Άϊλαντ της Νέας Υόρκης.

Του Σάκη Γκέκα *, **

Τα 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης «γιορτάστηκαν» και στη Διασπορά με διάφορες εκδηλώσεις, πολύ χαμηλότερης έντασης βέβαια λόγω της πανδημίας. Με τη λέξη Διασπορά εννοείται συνήθως -ασφυκτικά κλεισμένη σε μία λέξη- η εμπειρία ανθρώπων ελληνικής καταγωγής που ζουν σε εκατοντάδες κοινότητες, μικρές και μεγάλες, κάποιες με πάνω από 100 χρόνια ιστορίας, σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Τι γνωρίζει το ελληνικό κοινό για τον ρόλο της Διασποράς στην Επανάσταση εκτός από στερεότυπα για τη Φιλική Εταιρεία; Μάλλον πολύ λίγα, κάτι που ισχύει και για την ιστορία της μετανάστευσης γενικότερα.

Το 1964 γυρίστηκε το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για το BBC με τίτλο «Ελλάδα χωρίς κολώνες», το οποίο τόνιζε τον κίνδυνο εγκατάλειψης της χώρας καθώς στη δεκαετία του 1960 και τις αρχές του 1970 περίπου 100.000  Έλληνες τον χρόνο έφευγαν για το εξωτερικό, ενώ περίπου ένα εκατομμύριο έφυγαν σε διάστημα περίπου είκοσι ετών.

Οι «κολώνες» (τα αρχαία μνημεία) της Ελλάδας που ανακάλυπταν όλο και περισσότεροι τουρίστες κάθε χρόνο ήταν προφανές -σύμφωνα και με το ντοκιμαντέρ- ότι δεν αρκούσαν για να συγκρατήσουν τους  Έλληνες στη χώρα τους.

Η δεκαετία του 2010 ανέδειξε τη σημασία των μεταναστευτικών δεσμών και δικτύων που υπήρχαν από δεκαετίες και ενεργοποιήθηκαν ξανά. Η καναδική κοινωνία υποδέχτηκε τους νέους μετανάστες και οι παροικίες Ελλήνων στον Καναδά εμπλουτίστηκαν με την παρουσία τους. Οι  Έλληνες και Ελληνίδες απόδημοι και ομογενείς που ζουν στον Καναδά ανήκουν σε τρεις γενικές κατηγορίες: όσοι μετανάστευσαν στον Καναδά πριν από δεκαετίες, οι απόγονοί τους,  Έλληνες και Ελληνίδες «δεύτερης» και «τρίτης» γενιάς, και οι πιο πρόσφατοι μετανάστες, από το 2010 και μετά. Το σύνολο των ατόμων αυτών ίσως ανέρχεται σε περίπου 250.000 – 300.000.

Οι προτάσεις μιας σύγχρονης Αριστεράς για τον Ελληνισμό της Διασποράς στον Καναδά πρέπει να αναγνωρίσουν τη νέα αυτή πραγματικότητα και να απευθυνθούν και στις τρεις κατηγορίες. Διότι τον τελευταίο καιρό η πολιτική συζήτηση για τη Διασπορά αντιμετωπίζει τους απόδημους μόνο ως δυνάμει ψηφοφόρους συγχέοντάς τους με τους ομογενείς, τους  Έλληνες «δεύτερης» και «τρίτης» γενιάς, και θεωρεί ότι η Διασπορά μπορεί να προσφέρει «υπηρεσία» ως υποτιθέμενος μοχλός πίεσης για την επιτυχία διπλωματικών στόχων της εκάστοτε κυβέρνησης και τη διαχείριση των «εθνικών θεμάτων».

Πολιτική για τον Ελληνισμό πέρα από τις εκλογές

Το άρθρο αυτό δεν αποσκοπεί σε μια ιστορική σκιαγράφηση της καναδικής εμπειρίας της Διασποράς, αλλά καταθέτει προτάσεις για τη διαμόρφωση πιο ουσιαστικής -και κυρίως αμφίδρομης- σχέσης μεταξύ των Ελλήνων του Καναδά, ομογενών και αποδήμων, με το «εθνικό κέντρο. Οι προτάσεις αυτές κινούνται σε κατεύθυνση αντίθετη με την αντίληψη και προτάσεις -ακόμα και από την Αριστερά- που τείνουν να συγχέουν το θρησκευτικό συναίσθημα πολλών ομογενών και αποδήμων με την εξουσία που διαθέτει η Εκκλησία, όπως αυτή εκπροσωπεί το Πατριαρχείο.

Ωστόσο είναι απαραίτητο όσοι ομογενείς ενδιαφέρονται για τη συλλογική τους οργάνωση και την ελληνική τους ταυτότητα να προχωρήσουν σε μια ακηδεμόνευτη οργάνωση κοσμικών κοινοτήτων. Επειδή δεν ζούμε πλέον στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου οι Ρωμιοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους γένος, είναι καιρός το αναχρονιστικό και κατά βάση αντιδημοκρατικό αυτό σχήμα της παντοδυναμίας της Εκκλησίας, που επικρατεί σε πολλές κοινότητες του εξωτερικού, να περιοριστεί μέσα στους ιερούς ναούς. Αυτή η κοσμική τροχιά είναι απόλυτα συμβατή εξάλλου και με το πρότυπο λειτουργίας του κράτους στον Καναδά.

Η διευκόλυνση του συνταγματικού δικαιώματος όλων των Ελλήνων πολιτών να συμμετέχουν υπό προϋποθέσεις στις εκλογές ίσως δημιουργήσει νέους δεσμούς των Ελλήνων πολιτών που ζουν στο εξωτερικό μεταξύ τους και κυρίως με τους  Έλληνες πολίτες που ζουν στη χώρα. Πολλά εξαρτώνται βέβαια από το πώς θα εφαρμοστεί ο νόμος για τη διευκόλυνση όσων επιθυμούν να ψηφίσουν και τελικά θα εγγραφούν στους νέους εκλογικούς καταλόγους. Πρόκειται για μία ακόμα εξέλιξη στη σχέση κράτους και Διασποράς, όπως ξεκίνησε από τα χρόνια της Επανάστασης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι προτάσεις μιας σύγχρονης Αριστεράς για τη διασπορά θα πρέπει να αναγνωρίζει τη δυνατότητα τόσο Ελλήνων και Ελληνίδων πολιτών αλλά και των ομογενών που δεν έχουν πολιτογραφηθεί να προσφέρουν με διαφορετικούς τρόπους για την ανάπτυξη της χώρας και για να εκφράσουν την ελληνικότητά τους με όποιον προοδευτικό και δημιουργικό τρόπο κρίνουν οι ίδιοι.

Η κάθε ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να συνδιαλέγεται με όσους  Έλληνες του εξωτερικού θέλουν να συνεχίσουν να έχουν επαφή με την Ελλάδα και να συντονίζει τη μεσολάβηση και επικοινωνία μεταξύ «κέντρου» και Διασποράς, ωστόσο είναι απαραίτητο και οι παροικίες της Διασποράς να συγκροτούν μεταξύ τους δίκτυα επικοινωνίας με στόχο τη δημιουργία δεσμών αλληλοσεβασμού και όχι πατρωνίας για εκλογικούς ή άλλους μικροπολιτικούς στόχους.

Είναι σαφές ότι πολιτικές που δοκιμάστηκαν στο παρελθόν (Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού), αλλά και η υπάρχουσα αντίληψη για τους  Έλληνες του εξωτερικού δεν ανταποκρίνεται ούτε στην πολυσυλλεκτικότητα των ομογενών ούτε στη σχέση που θα πρέπει να έχει ένα κόμμα της σύγχρονης Αριστεράς με αυτούς.

Πρώτο, και βασικό στοιχείο διαμόρφωσης θέσεων επομένως είναι η αναγνώριση της πολυδιάστατης σύνθεσης της ομογένειας, των εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται  Έλληνες, ελληνικής καταγωγής ή ομογενείς.

Δεύτερο, και σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την αναγνώριση της διαφορετικότητας, είναι η έμφαση στον πολιτισμό της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, με στόχο την ανάδειξη της πολιτιστικής παραγωγής ενός οικουμενικού σύγχρονου Ελληνισμού χωρίς ψευδαισθήσεις και σύνδρομο ανωτερότητας.

Τρίτο, εξίσου σημαντικό, στοιχείο είναι η υποστήριξη των νέων κυρίως μεταναστών σε εργασιακά ζητήματα που αντιμετωπίζουν ακόμα και χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στις νέες τους χώρες.

Τέταρτο στοιχείο, το οποίο απαιτεί και νέες μορφές επικοινωνίας, είναι η ενημέρωση των ομογενών και αποδήμων για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα, καθώς η ελλιπής πληροφόρηση ή και πλήρης έλλειψή της αναπαράγει στερεότυπα.

Των Ελλήνων οι κοσμικές κοινότητες

Ένας από τους τρόπους παρέμβασης στους υπάρχοντες θεσμούς είναι η συμμετοχή περισσότερων ομογενών στις κοινότητες, οι οποίες έχουν προϋποθέσεις συσπείρωσης πολλών Ελλήνων πολιτών και ομογενών που ζουν στον Καναδά. Πολλές κοινότητες εξακολουθούν να είναι ελκυστικές για πολιτιστικές κυρίως εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα, λειτουργούν όμως με τρόπο που αποθαρρύνει πολλά νεότερα μέλη της παροικίας από το να συμμετέχουν στις διαδικασίες διοίκησης.

Η ενθάρρυνση πολλών μελών του ευρύτερου προοδευτικού χώρου στις πόλεις όπου λειτουργούν κοινότητες μπορεί να αλλάξει και τη σχέση των αποδήμων και των ομογενών με το σημαντικό αυτό κύτταρο κοινοτικής οργάνωσης.

Οι κοινότητες των Ελλήνων του εξωτερικού θα πρέπει να μπορούν να εκπαιδεύουν τους εκπαιδευτικούς τους, κάτι που ήδη γίνεται σε κάποιο βαθμό στον Καναδά, και μάλιστα πετυχημένα. Το ελληνικό κράτος θα πρέπει να στηρίζει τους εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς ευρύτερα στόχους και προγράμματα που θέτουν οι ίδιες οι κοινότητες, οι οποίες είναι και οι πιο αρμόδιες για την ιεράρχηση των αναγκών τους.

Κομβικό σημείο και εδώ είναι η απαγκίστρωση των κοινοτήτων από εκκλησιαστικές παρεμβάσεις, που σκόπιμα συγχέουν την ελληνορθόδοξη ταυτότητα πολλών -αλλά όχι όλων- των Ελλήνων του εξωτερικού με την ελληνικότητα όπως την αντιλαμβάνονται στις πολλαπλές εκφάνσεις της οι ομογενείς και  Έλληνες πολίτες του εξωτερικού.

Τέτοιες κοσμικές κοινότητες θα έχουν στόχο την ένταξη και όχι τον αποκλεισμό των Ελλήνων ομογενών και κατοίκων του εξωτερικού με βάση θρησκευτικά ή άλλα κριτήρια και θα είναι ανοιχτές και σε μη  Έλληνες που θέλουν να έρθουν σε επαφή με τον Ελληνισμό.

Τους παραπάνω στόχους θα εξυπηρετούσε η δημιουργία παραρτήματος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού (ΕΙΠ) στο Τορόντο ή και το Μόντρεαλ με σκοπό την ενίσχυση των δομών και προγραμμάτων που ήδη υπάρχουν στις πόλεις και τις Κοινότητες αυτές. Εφόσον το ΕΙΠ στελεχωθεί από ανθρώπους με όραμα και με εμπειρία στη διαμόρφωση προγραμμάτων στήριξης του ελληνικού πολιτισμού θα μπορεί να γίνει γέφυρα για την ανάδειξη τόσο Ελληνοκαναδών καλλιτεχνών όσο και καλλιτεχνών από την Ελλάδα.

Τα παραρτήματα αυτά θα πρέπει να είναι θέση να οργανώνουν εκθέσεις, συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, προβολές, διαλέξεις και να προβάλλουν την ελληνική και ελληνοκαναδική πολιτιστική παραγωγή, ενώ παράλληλα θα διευκολύνουν τη συμμετοχή της ελληνικής πολιτιστικής παραγωγής σε τοπικές και διεθνείς διοργανώσεις, σε συνεργασία και με τις έδρες Ελληνικών Σπουδών και Ιστορίας που δραστηριοποιούνται στο Τορόντο, το Μόντρεαλ και το Βανκούβερ.

Οι  Έλληνες της Διασποράς δεν ζουν αποκομμένοι από την κοινωνία τους. Ιδίως η νεότερη γενιά, που συμμετέχει στα κινήματα που συχνά συγκλονίζουν τις κοινωνίες όπου ζουν οι  Έλληνες της Διασποράς, όπως το κίνημα Black Lives Matter ή τα κινήματα για την κλιματική αλλαγή, τα ζητήματα των αυτοχθόνων στον Καναδά, η κοινωνία μετά την πανδημία και η διαμόρφωση μιας πολυπολιτισμικής ταυτότητας.

Οι νέοι Ελληνοκαναδοί για παράδειγμα δεν αρκούνται σε εύκολες απαντήσεις που στηρίζονται σε αντιλήψεις αποστειρωμένες τόσο από την καναδική όσο και από την ελλαδική κοινωνία, η οποία φυσικά έχει αλλάξει συγκλονιστικά από την Ελλάδα της δεκαετίας του 1960, τη χώρα που οι γονείς ή παππούδες και γιαγιάδες τους άφησαν πίσω. Ούτε για εκείνους, ούτε για όσους γεννήθηκαν στο εξωτερικό, αλλά και όσους μετανάστευσαν στην περίοδο της κρίσης, οι κολώνες είναι αρκετές, ούτε βέβαια χρειάζονται την κηδεμόνευση της κάθε εκκλησιαστικής εξουσίας.

Αν οι εορτασμοί των 200 χρόνων είναι μια ευκαιρία να δούμε την ελληνική ιστορία χωρίς στερεότυπα, πρέπει να γίνει η ευκαιρία να κοιτάξουμε και την ελληνική Διασπορά στον κόσμο χωρίς στερεότυπα.

* Ο Σάκης Γκέκας είναι καθηγητής Ιστορίας στο York University του Καναδά

** Αναδημοσίευση από την https://www.avgi.gr/

- Advertisement -

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.