Home ΑΠΟΨΕΙΣ Απόψεις: Η Ελληνική Διασπορά δεν είναι ούτε μνημείο ούτε ιδεολογία

Απόψεις: Η Ελληνική Διασπορά δεν είναι ούτε μνημείο ούτε ιδεολογία

Είναι μια ζωντανή ιστορική πραγματικότητα

0
Το Μνημείο Αποδήμου Ελληνισμού στη Λάρισα. Φωτογραφία: ΕΡΤ.

Γράφει ο Μανώλης Ε. Βεληβασάκης *

Μια απάντηση στους καθηγητές Γιώργο Αναγνώστου και Νίκο Αλεξίου για την ιστορική μνήμη, την εθνική ταυτότητα και τον ρόλο των ομογενειακών οργανώσεων.

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον διάβασα τα πρόσφατα άρθρα των καθηγητών Γιώργου Αναγνώστου και Νίκου Αλεξίου, που δημοσιεύθηκαν στις «Αναμνήσεις», σχετικά με τη μνημειοποίηση της Ελληνικής Διασποράς και την ιδεολογική διάσταση της ιστορικής της αναπαράστασης.

Οι δύο διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί θέτουν σοβαρά ερωτήματα, τα οποία αξίζουν προσεκτική εξέταση. Ωστόσο, θεωρώ ότι η προσέγγισή τους, παρά την επιστημονική της τεκμηρίωση, κινδυνεύει να υποβαθμίσει μια άλλη εξίσου σημαντική πραγματικότητα: την ιστορική προσφορά των ομογενειακών οργανώσεων και τη βαθιά, βιωματική σχέση εκατομμυρίων μεταναστών με την ελληνική τους καταγωγή.

Έχοντας ζήσει για περισσότερες από πέντε δεκαετίες μέσα στην Ελληνοαμερικανική κοινότητα, και έχοντας υπηρετήσει από διάφορες ηγετικές θέσεις τις οργανώσεις της, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω μια διαφορετική οπτική. Όχι για να αμφισβητήσω την αξία της ακαδημαϊκής έρευνας, αλλά για να συμπληρώσω την εικόνα με την εμπειρία εκείνων που δεν μελέτησαν απλώς τη Διασπορά, αλλά τη βίωσαν, την υπηρέτησαν και συνέβαλαν στη διαμόρφωσή της.

Ο Μανώλης Βεληβασάκης στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση Μανώλη Βεληβασάκη.

Η ιστορία της μετανάστευσης δεν χωρά σε ένα μνημείο

Οι δύο καθηγητές έχουν δίκιο όταν επισημαίνουν ότι η ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης δεν υπήρξε μια ειδυλλιακή διαδρομή νοσταλγίας, οικογενειακής συνοχής και εθνικής υπερηφάνειας.

Ήταν μια ιστορία φτώχειας, κοινωνικής ανισότητας, εκμετάλλευσης, προκαταλήψεων και σκληρών αγώνων για επιβίωση και κοινωνική αναγνώριση.

Οι Έλληνες ανθρακωρύχοι της Γιούτα και του Κολοράντο, οι εργάτες των εργοστασίων, οι μικροπωλητές, οι λαντζέρηδες και οι εργάτριες των βιοτεχνιών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής της ιστορίας.

Ο Κρητικός Λούης Τίκας, που έχασε τη ζωή του στη σφαγή του Λάντλοου το 1914, δεν είναι απλώς ένα σύμβολο εργατικών αγώνων. Είναι μια υπενθύμιση ότι οι Έλληνες μετανάστες δεν υπήρξαν μόνο νοσταλγοί μιας μακρινής πατρίδας, αλλά ενεργοί πρωταγωνιστές των κοινωνικών αγώνων της νέας τους χώρας.

Όμως, εδώ ακριβώς προκύπτει ένα ουσιαστικό ερώτημα:

Επειδή ένα μνημείο δεν αποτυπώνει ολόκληρη την κοινωνική ιστορία της μετανάστευσης, σημαίνει ότι στερείται ιστορικής ή ηθικής αξίας;

Ένα μνημείο δεν είναι πανεπιστημιακό σύγγραμμα. Είναι μια συμβολική πράξη αναγνώρισης, μια δημόσια έκφραση ευγνωμοσύνης και συλλογικής μνήμης.

Η ελιά, οι ρίζες και τα αποδημητικά πουλιά του μνημείου της Λάρισας μπορεί να μην εκφράζουν όλες τις διαστάσεις της μεταναστευτικής εμπειρίας. Εκφράζουν όμως μια πραγματική και βαθιά ανθρώπινη διάσταση: τη συναισθηματική σχέση του μετανάστη με τον τόπο καταγωγής του.

Και αυτή η σχέση δεν είναι κατ’ ανάγκην ιδεολογική κατασκευή. Είναι προσωπικό βίωμα.

Η ελληνική ταυτότητα δεν είναι ιδεολογική αιχμαλωσία

Μια από τις βασικές θέσεις των δύο καθηγητών είναι ότι η παραδοσιακή ομογενειακή αφήγηση αντιμετωπίζει τη Διασπορά ως προέκταση του ελληνικού εθνικού κορμού, παραγνωρίζοντας την αυτονομία και την πολυμορφία της.

Ασφαλώς, η Ελληνική Διασπορά δεν είναι μια ομοιογενής κοινωνία. Περιλαμβάνει διαφορετικές γενιές, κοινωνικές τάξεις, πολιτικές αντιλήψεις, θρησκευτικές πεποιθήσεις και πολιτισμικές ταυτότητες.

Αλλά γιατί η αναγνώριση αυτής της πολυμορφίας πρέπει να συνεπάγεται την αποδυνάμωση της κοινής ιστορικής καταγωγής;

Γιατί η αγάπη προς την Ελλάδα, η διατήρηση της γλώσσας, η Ορθόδοξη παράδοση ή η υπερηφάνεια για την πολιτιστική μας κληρονομιά πρέπει να αντιμετωπίζονται πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της ιδεολογίας;

Μπορεί κανείς να είναι υπερήφανος Έλληνας και ταυτόχρονα εξίσου υπερήφανος Αμερικανός.

Οι δύο αυτές ταυτότητες δεν είναι ανταγωνιστικές. Στη δική μου τουλάχιστον εμπειρία, υπήρξαν συμπληρωματικές και αλληλοενισχυόμενες.

Η Αμερική μάς πρόσφερε ευκαιρίες, ελευθερίες και δυνατότητες δημιουργίας. Η Ελλάδα μάς πρόσφερε γλώσσα, ιστορική συνείδηση, πολιτισμό και τις πρώτες αξίες με τις οποίες μεγαλώσαμε.

Δεν χρειάζεται να αρνηθούμε τη μία για να δικαιώσουμε την άλλη.

Οι ομογενειακές οργανώσεις δεν είναι απλώς μηχανισμοί αναπαραγωγής ιδεολογίας

Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκαλεί η τάση να αντιμετωπίζονται οι παραδοσιακές ομογενειακές οργανώσεις κυρίως ως φορείς εθνοκεντρικών αφηγημάτων ή ως μηχανισμοί κοινωνικής επιρροής.

Έχοντας υπηρετήσει ως πρόεδρος της Παγκρητικής Ένωσης Αμερικής, του Παγκοσμίου Συμβουλίου Κρητών και άλλων ομογενειακών φορέων, γνωρίζω από πρώτο χέρι τις αδυναμίες τους. Τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, τις προσωπικές φιλοδοξίες, την προσκόλληση σε ξεπερασμένες πρακτικές και, αρκετές φορές, την αδυναμία προσαρμογής στις ανάγκες των νεότερων γενεών.

Δεν έχω καμία διάθεση να εξιδανικεύσω αυτή την πραγματικότητα.

Όμως, γνωρίζω επίσης κάτι που συχνά απουσιάζει από την ακαδημαϊκή κριτική.

Οι οργανώσεις αυτές δημιουργήθηκαν και συντηρήθηκαν κυρίως από απλούς ανθρώπους. Μετανάστες που εργάζονταν ατέλειωτες ώρες, αλλά διέθεταν τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο και τα περιορισμένα οικονομικά τους μέσα για να χτίσουν εκκλησίες, σχολεία, πολιτιστικά κέντρα, συλλόγους και φιλανθρωπικούς θεσμούς.

Δημιούργησαν υποτροφίες, στήριξαν νέους επιστήμονες, βοήθησαν νεοφερμένους μετανάστες, χρηματοδότησαν εκπαιδευτικά προγράμματα και διατήρησαν ζωντανή την ελληνική γλώσσα σε ένα περιβάλλον όπου η αφομοίωση ήταν συχνά η ευκολότερη επιλογή.

Η Παγκρητική Ένωση Αμερικής, για παράδειγμα, δεν περιορίστηκε σε χορούς, λύρες και επετειακές εκδηλώσεις. Ανέπτυξε επί δεκαετίες εκπαιδευτικές, πολιτιστικές και φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες, καλλιέργησε συνεργασίες με επιστημονικούς και πανεπιστημιακούς φορείς και συνέβαλε στη διατήρηση της κρητικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Αυτή η προσφορά δεν μπορεί να περιοριστεί στον χαρακτηρισμό της ιδεολογικής αναπαραγωγής.

Οι οργανώσεις της Ομογένειας δεν υπήρξαν μόνο θεματοφύλακες της μνήμης. Υπήρξαν δημιουργοί κοινωνικής πραγματικότητας.

Η επιστημονική γνώση και η βιωματική εμπειρία πρέπει να συναντηθούν

Ο καθηγητής Αλεξίου θέτει ένα ουσιαστικό ζήτημα όταν επισημαίνει την ανάγκη συμμετοχής ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων στη διαμόρφωση της ιστορικής μνήμης της Διασποράς.

Συμφωνώ απολύτως

Τα πανεπιστημιακά προγράμματα Νεοελληνικών Σπουδών, τα ιστορικά αρχεία, οι κοινωνιολογικές έρευνες και οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν ανεκτίμητους πόρους για την κατανόηση της μεταναστευτικής μας εμπειρίας.

Η Ομογένεια οφείλει να τα στηρίζει περισσότερο, όχι μόνο με λόγια αλλά και με ουσιαστική χρηματοδότηση και συνεργασία.

Όμως, η σχέση αυτή πρέπει να είναι αμφίδρομη. Οι ακαδημαϊκοί δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν τις ομογενειακές οργανώσεις απλώς ως αντικείμενα μελέτης ή ως φορείς παρωχημένων αντιλήψεων.

Ούτε οι οργανώσεις πρέπει να αντιμετωπίζουν τους πανεπιστημιακούς ως αποκομμένους θεωρητικούς που δεν κατανοούν την καθημερινή πραγματικότητα των κοινοτήτων.

Η ιστορική γνώση χρειάζεται την επιστημονική μέθοδο. Αλλά χρειάζεται επίσης τη ζωντανή μαρτυρία, την προσωπική εμπειρία και τη συλλογική μνήμη.

Η μία δεν υποκαθιστά την άλλη.

Η πραγματική πρόκληση δεν είναι τα μνημεία, αλλά το μέλλον της Ομογένειας

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο ζήτημα, το οποίο θα έπρεπε να μας απασχολεί όλους.

Η Ελληνική Ομογένεια αντιμετωπίζει σήμερα μια βαθύτερη πρόκληση από εκείνη της συμβολικής αναπαράστασής της.

Η ελληνική γλώσσα υποχωρεί στις νεότερες γενιές. Πολλά απογευματινά και κοινοτικά σχολεία δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Οι παραδοσιακές οργανώσεις γερνούν, ενώ η συμμετοχή των νέων περιορίζεται.

Η πολιτιστική μας ταυτότητα κινδυνεύει πολλές φορές να συρρικνωθεί σε φεστιβάλ, παρελάσεις, χορούς, μουσικές εκδηλώσεις και γαστρονομικές παραδόσεις.

Όλα αυτά έχουν ασφαλώς τη θέση τους. Αλλά δεν αρκούν.

Ένας νέος ελληνικής καταγωγής που γνωρίζει να χορεύει πεντοζάλη, αλλά αγνοεί τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, την ελληνική ιστορία και τη συμβολή των Ελλήνων μεταναστών στην κοινωνική εξέλιξη της Αμερικής, έχει κληρονομήσει μόνο ένα μέρος της πολιτιστικής του ταυτότητας.

Αυτό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα.

Και εδώ ακριβώς οι πανεπιστημιακοί και οι ομογενειακές οργανώσεις θα μπορούσαν να συναντηθούν σε ένα κοινό δημιουργικό εγχείρημα.

– Να διασώσουν τα αρχεία των κοινοτήτων. 

– Να καταγράψουν τις μαρτυρίες των παλαιότερων μεταναστών. (Εδώ θέλω να επαινέσω το έργο του καθηγητή Νίκου Αλεξίου, ο οποίος ήδη καταγράφει την ιστορία της Ομογένειας μέσω του Hellenic American Project στο Queens College.)

– Να αναδείξουν την ιστορία των εργατικών αγώνων, της επιχειρηματικότητας, της επιστήμης, της παιδείας και της κοινωνικής προσφοράς.

– Να δημιουργήσουν νέες εκπαιδευτικές γέφυρες ανάμεσα στην Ελλάδα και τις χώρες όπου ζει και δημιουργεί ο Ελληνισμός.

– Και κυρίως, να προσφέρουν στις νέες γενιές μια ελληνική ταυτότητα που δεν θα περιορίζεται στη νοσταλγία, αλλά θα αποτελεί πηγή γνώσης, δημιουργίας και αυτοπεποίθησης.

Ο Ελληνισμός δεν έχει ανάγκη ούτε εξιδανίκευσης ούτε αποδόμησης

Δεν αμφισβητώ ότι η ιστορία της Ομογένειας περιλαμβάνει αντιφάσεις, κοινωνικές ανισότητες, συγκρούσεις και αποκλεισμούς.

Αντίθετα, πιστεύω ότι η αναγνώρισή τους αποτελεί προϋπόθεση ιστορικής ωριμότητας.

Όμως, εξίσου προβληματική με την άκριτη εξιδανίκευση της Διασποράς θα ήταν και η συστηματική αποδόμηση των συμβόλων, των παραδόσεων και των θεσμών που τη συγκρότησαν.

Η ελιά του μνημείου της Λάρισας δεν είναι υποχρεωτικά σύμβολο εθνικής εξάρτησης. Μπορεί να είναι σύμβολο συνέχειας.

Οι ρίζες δεν είναι αλυσίδες που μας κρατούν δεμένους στο παρελθόν. Είναι το θεμέλιο που μας επιτρέπει να αναπτυχθούμε και να απλώσουμε τα κλαδιά μας σε ολόκληρο τον κόσμο.

Και τα αποδημητικά πουλιά δεν είναι αναγκαστικά καταδικασμένα να επιστρέψουν στην αρχική τους φωλιά. Μπορούν να δημιουργήσουν νέες φωλιές, νέες πατρίδες και νέες ταυτότητες, χωρίς να λησμονήσουν από πού ξεκίνησαν.

Αυτή είναι, άλλωστε, η ουσία της μεταναστευτικής εμπειρίας.

Επίλογος: Ας μη χάσουμε το δάσος συζητώντας για το δέντρο

Οι καθηγητές Αναγνώστου και Αλεξίου προσφέρουν έναν χρήσιμο προβληματισμό. Η κριτική τους μπορεί να συμβάλει σε μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της ιστορίας της Ελληνικής Διασποράς.

Αλλά η ακαδημαϊκή ανάλυση δεν πρέπει να παραγνωρίζει τη δύναμη του βιώματος, ούτε να αντιμετωπίζει κάθε έκφραση εθνικής συνείδησης ως ύποπτη ιδεολογική κατασκευή.

Ούτε, βέβαια, οι ομογενειακές οργανώσεις πρέπει να θεωρούν ότι η ιστορική τους προσφορά τις απαλλάσσει από την ανάγκη αυτοκριτικής και ανανέωσης.

Η Ελληνική Διασπορά δεν είναι ούτε μουσείο αναμνήσεων ούτε ιδεολογικό κατασκεύασμα. Είναι μια ζωντανή, πολυσύνθετη και διαρκώς εξελισσόμενη κοινωνική πραγματικότητα.

Μια πραγματικότητα που δημιουργήθηκε από ανθρώπους οι οποίοι έφυγαν από την πατρίδα τους, αγωνίστηκαν, εργάστηκαν, μορφώθηκαν, δημιούργησαν οικογένειες, απέκτησαν νέες πατρίδες και συνέβαλαν ουσιαστικά στην πρόοδο των κοινωνιών που τους υποδέχθηκαν.

Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια και στην εθνική μνήμη.

Χρειαζόμαστε και τις δύο.

Γιατί ένας λαός χωρίς ιστορική αυτογνωσία κινδυνεύει να ζει μέσα στους μύθους του. Αλλά ένας λαός που αποκόπτεται από τη μνήμη και τις ρίζες του κινδυνεύει να χάσει την ίδια του τη συνέχεια.

Ας μελετήσουμε, λοιπόν, την ιστορία μας χωρίς ωραιοποιήσεις. Ας τιμήσουμε τους προγόνους μας χωρίς μυθοποιήσεις. Και, πάνω απ’ όλα, ας φροντίσουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές όχι απλώς μνημεία του Ελληνισμού, αλλά έναν Ελληνισμό ζωντανό, μορφωμένο, δημιουργικό και με αυτοπεποίθηση.

  • Ο Μανώλης Ε. Βεληβασάκης είναι Πολιτικός Μηχανικός, πρώην πρόεδρος της Παγκρητικής Ένωσης Αμερικής και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Κρητών
-Advertisement / Διαφήμιση-

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.