Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Το ταξίδι μου είχε προγραμματιστεί από καιρό. Οι μοτοσικλέτες ήταν καλοσυντηρημένες και έτοιμες. Στόχος να χαρούμε τη φύση και αυτήν την παράξενη αίσθηση ελευθερίας που σου δίνει το riding. Αίσθηση που γίνεται ακόμη πιο έντονη αλλά και πιο ευχάριστη όταν περιδιαβαίνεις όμορφα τοπία, με αντιθέσεις και κλίσεις.
Νομίσαμε ότι καθώς παίρναμε με γλυκά πλαγιάσματα τις στροφές έξω από τη Νεάπολη, το Τσοτύλι, τον Πεντάλοφο και μέχρι την Κόνιτσα ότι εισπράταμε την κορύφωση αυτής της εμπειρίας, αυτής της ευχαρίστησης, αφού ξεκάθαρα κινούμασταν στον πιο όμορφο οδικό άξονα της Πατρίδας μας.
Την επόμενη μέρα θα αντιλαμβανόμασταν όμως ότι η κορύφωση θα έρθει από τις αφηγήσεις ανθρώπων, από λόγια και όχι από τη φύση, από διηγήσεις που δημιουργούν στο μυαλό εικόνες πολύ δυνατότερες από όσες μπορεί να φυλακίσουν τα μάτια…

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή…

Θεσσαλονίκη – Βέροια από τη βαρετή για τη μοτοσικλέτα Εγνατία Οδό. Στροφή στον παλιό δρόμο και ζόρισμα μέχρι την Παναγία Σουμελά για τον πρώτο καφέ, στη… “Μέκκα των Ποντίων”. Ο ανοιξιάτικος ήλιος αγαπιέται, που έλεγε και η γιαγιά μου και μας χαϊδεύει καθώς απολαμβάνουμε τον ελληνικό (ή τούρκικο άραγε), στην καντίνα της πλατείας, λίγο μετά το προσκύνημα στον άδειο ναό.
Ξεμούδιασμα και ξεκινάμε. Πιάνουμε πάλι τη βαρετή οδό μέχρι τη Σιάτιστα και στρίβουμε στο μνημείο της μάχης του Φαρδύκαμπου για ένα μικρό μάθημα ιστορίας! Εδώ έγινε η πρώτη πραγματική μάχη αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη. Εδώ, στις 4 Μαρτίου 1943 για πρώτη φορά στην Ευρώπη πολίτες και στρατιωτικοί στάθηκαν απέναντι στα στρατεύματα της κατοχής σε μάχη παράταξης και κέρδισαν, οπότε αξίζει την προσοχή μας ο τόπος.


Συνεχίζουμε για Εράτυρα και το τοπίο αλλάζει. Γίνεται πιο ορεινό και τα δέντρα πυκνώνουν. Στάση στον Αυγερινό, για ένα μικρότερο μάθημα ιστορίας. Εδώ εκτελέστηκαν οι ήρωες της μάχης του Φαρδύκαμπου μετά από ύπουλη ενέδρα και συνεχίζουμε για Πεντάλοφο, περνάμε έξω από το Τσοτύλι και το τοπίο είναι πλέον μαγευτικό. Ο δρόμος περνά ανάμεσα από πυκνό δάσος μαύρης πεύκης, οι κλίσεις είναι έντονες όπως και το ανάγλυφο του εδάφους, κάτι που δίνει την ευκαιρία για πιο έντονη οδήγηση, που είναι όντως απολαυστική, παρά το ψιλόβροχο.
Μεγάλοι βράχοι, σαν αυτοί των Μετεώρων, όμορφα χωριά με πέτρινα τρίπατα αρχοντικά, ποταμάκια, δάση και πράσινο, πολύ πράσινο είναι τα χαρακτηριστικά του ομορφότερου οδικού άξονα της χώρας και ενός από τους ομορφότερους της Ευρώπης, κατά την ταπεινή μου άποψη.
Το σκηνικό διατηρείται τόσο όμορφο μέχρι την Κόνιτσα, με την κοιλάδα του Αώου να δίνει το δικό της χρώμα σ’ αυτήν την πανδαισία της φύσης.
Ακολουθεί το τοπίο του Ζαγορίου με τον Βοϊδομάτη και τα τοξωτά γεφύρια που σε κάνει να αναρωτιέσαι που είναι ομορφότερα, εδώ ή στην Κόνιτσα, την κωμόπολη με την υπέροχη θέα και τις ακόμη υπέροχες μοσχαρίσιες μπριζόλες…
Η βόλτα στο Ζαγόρι γίνεται ανάμεσα σε ξένους. Αυστριακοί και Ιταλοί με αυτοκινηνούμενα τροχόσπιτα, Πολωνοί και Τσέχοι με τεράστιες μοτοσικλέτες, που κάνουν τις δικές μας να μοιάζουν με παπάκια, Γερμανοί με νοικιασμένα αυτοκίνητα χαίρονται το ποτάμι και τη φύση, κατασκηνώνουν, μαγειρεύουν και ψαρεύουν με μία ηρεμία στο βλέμμα που σε κάνει να θέλεις να τους μιμηθείς. Έλληνα πάντως δεν βρήκαμε εδώ…

Σουρουπώνει. Πάμε στα Γιάννενα για διανυκτέρευση, καθώς τα πόδια βαραίνουν από την κούραση.
Τα 40 ευρώ είναι καλά για ένα αδιάφορο δίκλινο, αφού θα στεγάσει μόνο τον ύπνο μας.
Έγερση στις 7, κουλούρι και καφές και βγαίνουμε στην Εγνατία (πάντα αδιάφορη για τους μοτοσικλετιστές) Οδό μέχρι την Ηγουμενίτσα και από εκεί στο κοντινό Μαυρομάτι, από το οποίο περνάμε στην Αλβανία, στις μειονοτικές περιοχές του Βούρκου, της Κονίσπολης, των Αγίων Σαράντα για να βρεθούμε στο Βουθρωτό, σε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς αρχαιολογικούς χώρους του πλανήτη. Εδώ μας περιμένει ο φίλος Λεωνίδας Παππάς, πολιτικός μηχανικός και διαπρεπής παράγοντας της Βορειοηπειρωτικής κοινότητας, πρώην πρόεδρος της “Ομόνοιας”, που προσφέρθηκε να μας ξεναγήσει.
Κρεμόμαστε από τα χείλη του για 2 ώρες καθώς βαδίζουμε μέσα στην οργιώδη φύση, πλάι σε ένα υπέροχο θέατρο, πάνω σε έναν πλακόστρωτο δρόμο, ανάμεσα σε ερείπια κατοικιών που διέθεταν συστήματα θέρμανσης και αποχέτευσης, μπροστά από το εντυπωσιακό κυκλικό Βαπτιστήριο…

Ο Αινείας, έχτισε την πόλη σύμφωνα με την παράδοση, φεύγοντας από την Τροία και στάθηκε εδώ με τους συντρόφους του τους οποίους οι Αχαιοί επέτρεψαν να φύγουν για να τιμήσουν την ανδρεία με την οποία πολέμησαν και τα κατορθώματα τους τα ιστόρησε ο Βιργίλιος, αφού ο Όμηρος δεν καταδέχθηκε να ασχοληθεί μαζί τους.

Ο Λεωνίδας θα μας πάει για καφέ στο Ξαμίλ, όπως λένε οι Αλβανοί τα Εξαμίλια, ένα χωριοδουκάκι που απέχει μόλις έξι μίλια από την Κέρκυρα που δεσπόζει στον ορίζοντα. Μετά φτάνουμε στους Αγίους Σαράντα, που θα ήταν πολύ όμορφη πόλη αν δεν είχε “πολυκατοικίες- γκουμούτσες” που διακόπτουν τη θέα προς τον κόλπο. Ωραία παραλία με πλακόστρωτο και μαγαζιά και η θάλασσα καθαρή, παρά το λιμάνι.
Σταθήκαμε για ψαράκι στου Λάγιου και ο Σπύρος δεν ήξερε πως να μας περιποιηθεί, ενώ ο πατέρας του ο κ. Νίκος ασκούσε υψηλή εποπτεία στα γκαρσόνια για να γίνουν όλα σωστά για εμάς που μας αισθάνεται μουσαφίρηδές του. Υπέροχη τσιπούρα και ακόμη πιο νόστιμες οι γαρίδες σαγανάκι, με φρέσκιες γαρίδες της περιοχής μάλιστα.

Καλή η παρέα αλλά πρέπει να ξεκινήσουμε γιατί μας περιμένουν στην Δερβιτσάνη. Οι μηχανές θα μουγκρίσουν πολλές φορές πάνω στον άξονα του Δέλβινου, καθώς θα ανέβουμε από τη Μεσοποταμία προς τη Μπίστριτσα, το βουνό που διατρέχεται από δύο πλούσια και καταγάλανα ποτάμια που κατεβαίνουν και χύνονται δίπλα στους Αγίους Σαράντα. Για τους Βορειοηπειρώτες, τα ποτάμια αυτά αποδεικνύουν και την κουτοπονηριά και κακία των Αλβανών, που δεν συναινούν ώστε να κατασκευαστεί ένας αγωγός που θα μεταφέρει το νερό απέναντι στην άνυδρη Κέρκυρα, που τόσο πολύ το έχει ανάγκη το νησί, αντί να χύνεται στο Ιόνιο!

Οι σκέψεις αυτές υποχωρούν στην ομορφιά του τοπίου. Ο δρόμος τραχύς. Γεμάτος στροφές και ανηφόρες μέσα σε γυμνά βουνά. Λίγο παρακάτω έχει όμορφο δάσος αλλά και γραφικά ηπειρώτικα χωριά, κατά κανόνα εγκαταλειμμένα. Υπέροχη διαδρομή μέχρι τους Γεωργουτσάτες, από τους οποίους θαυμάζει κανείς τον κάμπο της Δ(ε)ρόπολης στον οδικό άξονα από την Κακκαβιά μέχρι το Αργυρόκαστρο.
Στη Δερβιτσάνη ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας όλη η λεβέντικη βορειοηπειρωτική φιλοξενία…

Εδώ θα πληρωθώ για τον κόπο μου, σκέφτομαι.
Κάθε φορά που ταξιδεύω στα μαρτυρικά μέρη της Βορείου Ηπείρου φροντίζω να συναντώ πρόσωπα που πέρασαν πολλά για να μου τα ιστορήσουν.

Στο μοντέρνο καφέ της Δερβιτσάνης, μπροστά από την πλατεία που πήρε το όνομα της από τον αρχηγό της Φοιτητικής Ένωσης Βορειοηπειρωτικού Αγώνα Γρηγόρη Ντριγκόγια, που έφυγε νωρίς από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 46 ετών, με περιμένει ο Μιχάλης Μάνος, πρώην αντιδήμαρχος Δρόπολης και εμβληματική μορφή του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού και ο κοινοτάρχης Φίλιππος Μπόμπολης, πάντα ακούραστος εργάτης για τον τόπο του.

Ο Μιχάλης έμεινε τέσσερα χρόνια στις φριχτές φυλακές του κομμουνιστικού καθεστώτος, κάτι που τον καθιστά ηρωική μορφή για τον τόπο. Δεν μιλά συχνά για τα βιώματά του. Με ισχυρή πίεση θα θυμηθεί κάποιες πτυχές από τα ορυχεία στα οποία έσκαβαν οι πολιτικοί κρατούμενοι, μέσα σε θερμοκρασία 40 βαθμών, μέσα στη σκόνη και το μπούκωμα. Έξω από τις στοές το χειμώνα η θερμοκρασία ήταν -20! Αντιλαμβάνεται κανείς τις συνθήκες. Από τις φυλακές δεν έλλειπαν τα βασανιστήρια, το ξύλο, τα καψόνια, η πείνα, η δίψα…

Τον ακούω να μιλά και τα βάζω με τον εαυτό μου! Μέχρι το 1989 εμείς εδώ ζούσαμε στα ΠΑΣΟΚικά ήθη και έθιμα και δεν ξέραμε καν τι γινόταν στους συμπατριώτες μας λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα… Οι άνθρωποι εδώ πέθαιναν επειδή ήταν Έλληνες και εμείς κοιμόμασταν..
Για βασανιστήρια στις φυλακές μού μίλησε και ο Βασίλης Γκινόπουλος, τον οποίο συνάντησα την επόμενη στο Αργυρόκαστρο!
Αυτός πέρασε επτά ολόκληρα χρόνια στο κολαστήριο του Σπατς, μία από τις πιο απάνθρωπες φυλακές που γνώρισε η ανθρωπότητα! Το καλύτερο για τους κρατουμένους εκεί, που ήταν όλοι αντιφρονούντες, ήταν η καταναγκαστική εργασία στα ορυχεία, μέσα στη σκόνη, σε πνιγηρή ζέστη, σκάβοντας και βάζοντας φουρνέλα. Γιατί υπήρχε και ξύλο καθημερινά, απομόνωση, πείνα και δίψα!

Οι Βορειοηπειρώτες μιλάνε με απίστευτη άνεση για ξύλο, εξορίες, φυλακίσεις, ρουφανιές και καταπίεση. Όλα τα αντέξανε επειδή είχαν μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα. Ακόμη και σήμερα πιστεύουν ότι άξιζε όλη αυτή η ανείπωτη ταλαιπωρία, γιατί το αγαθό της πίστης και της φιλοπατρίας είναι υψηλό… Παράξενα πράγματα για εμάς, απολύτως φυσιολογικά γι’ αυτούς…

Ρουφάω τα λόγια τους με θέρμη! Κάποτε, στη δεκαετία το ’70 κληρώθηκε η ΑΕΚ να παίξει στα Τίρανα με την τοπική ομάδα. Ο κ. Θανάσης Μπαρούτας, στα 75 του πια, μου εξιστορεί πως σηκώθηκε και ταξίδεψε στην αλβανική πρωτεύουσα για να δει από κοντά Έλληνες! Βρήκε δωμάτιο στο ίδιο ξενοδοχείο, πήγαινε πλάι στους ποδοσφαιριστές και τα μέλη της αποστολής για να ακούει ελληνικά! Ο ίδιος φυσικά δεν τολμούσε να αρθρώσει λέξη, αν τον καταλάβαινε η διαβόητη “Σιγκουρίμι” τον περίμενε εξορία και φυλακή. Απλώς απολάμβανε την ελληνική γλώσσα και την παρουσία των συμπατριωτών του!

Πολλά χρόνια αργότερα το στάδιο του Αργυροκάστρου γέμισε για πρώτη φορά ασφυκτικά για τον αγώνα του ΠΑΟΚ με την τοπική Φλαμπουρτάρι. Οι Βορειοηπειρώτες όμως έφυγαν απογοητευμένοι γιατί ο “Δικέφαλος” έστειλε τη δεύτερη ομάδα του και δεν μπόρεσαν να δουν από κοντά τους έλληνες ποδοσφαριστές που γνώριζαν από το ραδιόφωνο, που άκουγαν παράνομα.

Ακόμη αργότερα, όταν η ομάδα μπάσκετ του Άρη κληρώθηκε να παίξει σε ευρωπαϊκό παιχνίδι στα Τίρανα, εκατοντάδες Βορειοηπειρώτες κατέβηκαν στο δρόμο και περίμεναν προσποιούμενοι ότι κάνουν κάτι στα χωράφια, μέχρι να περάσει το λεωφορείο της ομάδας!
“Κάποια στιγμή φάνηκε. Είχε και αστυνομική συνοδεία. Στάθηκα μπροστά στο δρόμο και τους χαιρέτησα. Μπροστά καθόταν ο Φιλίππου”, μου είπε συγκινημένος ο κ. Θανάσης.

Ρωτώ με τεράστια απορία για το νέο νόμο περί “αποκομμουνιστικοποίησης” που πέρασε από τη Βουλή και αποτελεί προαπαιτούμενο για την ένταξη στην ΕΕ. Ο νόμος αυτός προβλέπει ότι κάθε πολίτης δικαιούται να πάρει το φάκελο που διατηρούσε γι’ αυτόν η Μυστική Υπηρεσία Ασφαλείας.

Στο κέντρο οι πάλαι ποτέ φυλακές ασφαλείας στο Κάστρο της Αργυρώς, όπου την περίοδο της δικταρορίας έχουν αφήσει τα κόκαλά τους πολλοί Βορειοηπειρώτες. Φωτογραφία: Αναμνήσεις / Δημήτρης Τσάκας.

Πρόκειται για τους φακέλους που περιείχαν το προϊόν των παρακολουθήσεων των “υπόπτων” από ρουφιάνους του Κομμουνιστικού Κόμματος, ασφαλίτες ή πράκτορες. Όσοι τους έχουν πάρει κάνουν λόγο για απίστευτα λεπτομερειακές εκθέσεις με κυνήγι μαγισσών, κουτσομπολιά, μικρότητες και συνομωσιολογία.

Οι περισσότεροι νόμισαν ότι με το νόμο η Βορειοηπειρωτική κοινότητα, όπως άλλωστε και η αλβανική κοινωνία θα μάθει πολλά για τη μαύρη εποχή, οπότε θα ξορκίσει το κακό και θα επουλώσει τις πληγές που άνοιξε ο κομμουνισμός. Πολλοί όμως πιστεύουν ότι αντίθετα οι φάκελοι ξύνουν τις παλιές πληγές.

Σύμφωνα με τον κ. Γκινόπουλο, οι αναφορές αναγράφουν και τις “πηγές”, δηλαδή τους ρουφιάνους. Αλλά οι αρχές φρόντισαν και άφησαν εμφανή μόνο τα ονόματα η αποκάλυψη των οποίων θα προκαλούσε διχασμό στους Βορειοηπειρώτες. Τα ονόματα των “Κομματικών”, των μεγαλύτερων ρουφιάνων που έκαναν και την πιο βρώμικη δουλειά προστατεύθηκαν, πιστεύει ο κ. Γκινόπουλος.

Οι Λαοιγραφικοί Όμιλοι της Δρόπολης. Φωτογραφία: Αναμνήσεις / Δημήτρης Τσάκας.

Οι φάκελοι έφεραν με τον τρόπο αυτό στην επιφάνεια το ζήτημα της κατάδοσης, που αποτελεί τεράστια πληγή σε όλες τις μετακομμουνιστικές κοινωνίες. Πολύ συχνά οι πρώην πολιτικοί κρατούμενοι διαπιστώνουν ότι πληροφορίες στην Ασφάλεια έδιναν συγγενείς και φίλοι τους, πρόσωπα με τα οποία είχαν καλές σχέσεις, γείτονες και συνοδοιπόροι. Και είναι εξαιρετικά επώδυνο να συνειδητοποιεί κανείς ότι πηγή των δεινών της ζωής του μπορεί να είναι ένα οικείο πρόσωπο…

Από την άλλη πλευρά, σε μία σκληρή κομμουνιστική δικτατορία, όπως την Αλβανική, πολύ εύκολα γινόταν κανείς ρουφιάνος. Πολλές φορές αναγκαζόταν για να γλυτώσει το δικό του κεφάλι, ενώ τις περισσότερες φορές έβρισκε καλές δικαιολογίες, αφού έναντι της ρουφιανιάς μπορούσε να κερδίσει ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του, μία ευκολότερη δουλειά για τον ίδιο ή μία ευνοϊκότερη συμπεριφορά του καθεστώτος για κάποιο προσφιλές του πρόσωπο…

Ο Μιχάλης και ο κ. Βασίλης απαξιούν να κάνουν χρήση των διατάξεων του νόμου αυτού. Δεν θέλουν καν να ζητήσουν κάτι από τους ίδιους μηχανισμούς που τους κατέτρεχαν μια ζωή. Θεωρούν ότι δε θα μάθουν τίποτε νέο για τις περιπέτειες τους.

Οι μάνεκεν στην είσοδο του Δημαρχείου της Δρόπολης. Φωτογρφία: Αναμνήσεις / Δημήτρης Τσάκας.

“Ξέρω και τους ρουφιάνους και τους συνεργάτες τους. Πολλοί από αυτούς σήμερα το παίζουν φίλοι μου. Κάποιοι παριστάνουν και τους φλογερούς πατριώτες και τους αντιστασιακούς, ενώ υπηρέτησαν τον ανθελληνισμό και τον κομμουνισμό. Κάποιοι εξακολουθούν να εργάζονται για τους ίδιους μηχανισμούς, που απλώς άλλαξαν όνομα και από κομμουνιστικού λέγονται σήμερα δημοκρατικοί, ενώ έχουν βγάλει εκατομμύρια”, λέει με καταφανή πικρία ο Μιχάλης.

Κοιτάζω αυτούς τους μάρτυρες στα μάτια και απορώ τόσο με τη λεβεντιά τους όσο και με τη δύναμη της ψυχής τους. Οι Βορειοηπειρώτες σήμερα ξέρουν ότι πέρασαν όλα αυτά τα δεινά στο όνομα μίας Πατρίδας, που δεν τους νοιάστηκε ποτέ!
Ματώσαν για μία Ελλάδα που ποτέ δεν τους έβαλε στην αγκάλη της.
Κλάψαν, πόνεσαν, ταλαιπωρήθηκαν, γιατί ένιωθαν τη Γαλανόλευκη να καίει μέσα στην ψυχή τους.
Κι όμως αντέχουν ακόμη. Στην Ελλάδα τους λένε Αλβανούς και στην Αλβανία Έλληνες…
Δεν θα βρεις κανέναν τους να βλαστημά, όλοι βαστούν μέσα τους την Πατρίδα και την Θρησκεία…
Με τα όσα πέρασαν θα είχαν κάθε δικαίωμα.
Αλλά δεν το κάνουν. Μένουν πιστοί σε κάτι τόσο μακρινό. Γι’ αυτό και τους θαυμάζω.

Ο περικαλλής ναός στο Αργυρόκαστρο. Φωτογραφία: Αναμνήσεις / Δημήτρης Τσάκας.


Πηγή: thessnews.gr

- Advertisement -

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.