Γράφει ο Μανώλης Βεληβασάκης *
Υπάρχουν μέρες που δεν ανήκουν πια στο ημερολόγιο. Δεν γερνούν. Δεν απομακρύνονται. Μένουν καρφωμένες μέσα μας σαν πρόκες στη μνήμη και, όσο κι αν κυλήσουν τα χρόνια, επιστρέφουν με την ίδια ένταση, με την ίδια μυρωδιά, με το ίδιο σφίξιμο στην καρδιά.
Μια τέτοια μέρα είναι για μένα η 20ή Ιουλίου 1974.
Ήμουν τότε ένας νεαρός φοιτητής Πολιτικός Μηχανικός, γεμάτος όνειρα για το αύριο. Είχα μόλις αρχίσει την καλοκαιρινή μου εργασία στην περίφημη εταιρεία “Lev Zetlin Associates” στο Μανχάταν. Η ζωή άνοιγε μπροστά μου δρόμους και κορυφές.
Βγήκα από τον σταθμό του υπόγειου στην 28η Οδό και την Park Avenue. Όπως κάθε πρωί, στάθηκα στο μικρό περίπτερο της γωνίας και αγόρασα τους New York Times. Άνοιξα αφηρημένα την εφημερίδα. Και τότε ο χρόνος σταμάτησε. «Η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο.»

Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα ακίνητος. Η Νέα Υόρκη συνέχιζε να βουίζει γύρω μου, μα εγώ δεν άκουγα τίποτε. Κρατούσα την εφημερίδα με τα δυο μου χέρια και διάβαζα ξανά και ξανά τις ίδιες γραμμές, σαν να περίμενα πως οι λέξεις θα άλλαζαν, πως κάποιος θα ξυπνούσε από έναν κακό εφιάλτη.
Δεν ήταν όμως εφιάλτης. Ήταν η Ιστορία. Και η Ιστορία εκείνο το πρωινό φορούσε μαύρα.
Ο «Αττίλας» είχε αποβιβαστεί στις ακτές της Κερύνειας. Η φωτιά άρχισε να καταπίνει χωριά, εκκλησίες, σπίτια και ανθρώπινες ζωές. Νέοι άνθρωποι, σχεδόν παιδιά, πολεμούσαν με το κορμί τους απέναντι σε μια πανίσχυρη πολεμική μηχανή. Μάνες έτρεχαν κρατώντας στην αγκαλιά τους τα παιδιά τους. Γέροντες εγκατέλειπαν τα σπίτια που είχαν χτίσει πέτρα-πέτρα. Καμπαναριά σώπαιναν. Μοναστήρια βεβηλώνονταν. Κοιμητήρια έμεναν ορφανά από τους ζωντανούς τους.
Και μαζί τους ξεριζωνόταν η ίδια η μνήμη.
Περισσότεροι από εκατόν εξήντα χιλιάδες άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους την πατρίδα. Χιλιάδες σκοτώθηκαν. Άλλοι χάθηκαν χωρίς τάφο, χωρίς αντίο, χωρίς μια τελευταία αγκαλιά.
Η Κύπρος μάτωσε. Και μαζί της μάτωσε ολόκληρος ο Ελληνισμός.
Εμείς, οι Έλληνες φοιτητές της Αμερικής, νιώσαμε πως εκείνη τη μέρα μεγαλώσαμε απότομα. Τα βιβλία έκλεισαν. Οι διακοπές τελείωσαν πριν την ώρα τους. Ξεκινήσαμε τηλεφωνήματα, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, πορείες έξω από τα Ηνωμένα Έθνη. Πιστεύαμε πως η φωνή της δικαιοσύνης ήταν αρκετή για να συγκινήσει τον κόσμο.
Πόσο νέοι ήμασταν… Πιστεύαμε ακόμη πως το Διεθνές Δίκαιο είχε δύναμη. Πως τα ψηφίσματα εφαρμόζονται. Πως οι μεγάλοι του κόσμου δεν θα άφηναν μια αδικία να μετατραπεί σε καθεστώς. Πιστεύαμε πως οι πρόσφυγες θα επέστρεφαν σύντομα στα σπίτια τους.
Πενήντα δύο χρόνια πέρασαν.
Οι πρόσφυγες γέρασαν. Πολλοί έφυγαν από τη ζωή κρατώντας ακόμη στα χέρια τους το κλειδί του σπιτιού τους. Ένα κλειδί που δεν άνοιξε ποτέ ξανά την πόρτα της πατρίδας τους.
Τα παιδιά έγιναν παππούδες. Οι εγγονοί γνώρισαν τα χωριά τους μόνο μέσα από φωτογραφίες που κιτρίνισαν, από αφηγήσεις των γονιών τους και από δάκρυα που ποτέ δεν στέγνωσαν.
Και όμως… Η μνήμη δεν παραδόθηκε.
Επί μισό και πλέον αιώνα οργανώθηκαν από φλογερούς πατριώτες διαδηλώσεις, συνέδρια, ενημερωτικές εκστρατείες, συναντήσεις με πολιτικούς, εράνους και εκδηλώσεις. Ξοδεύτηκαν αμέτρητες ώρες προσπαθώντας να κρατήσουμε ζωντανή την αλήθεια.
Κάποτε αναρωτιέται κανείς αν όλος αυτός ο αγώνας άλλαξε πραγματικά την πορεία των πραγμάτων ή αν απλώς συντηρούσε την ελπίδα.
Η ιστορία, όμως, δεν γράφεται μόνο από τις νίκες. Γράφεται και από την επιμονή εκείνων που αρνήθηκαν να ξεχάσουν.
Οφείλουμε επίσης να έχουμε το θάρρος να κοιτάζουμε την ιστορία κατάματα. Το 2004 παρουσιάστηκε το Σχέδιο Ανάν, μια πρόταση που δίχασε βαθιά τον κυπριακό ελληνισμό. Οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν, πιστεύοντας πως δεν εξασφάλιζε ούτε πραγματική ασφάλεια ούτε δίκαιη λύση. Ίσως είχαν δίκιο.
Ίσως πάλι εκείνη να ήταν η τελευταία ευκαιρία που προσέφερε η ιστορία. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα.
Η ιστορία δεν γνωρίζει τη λέξη «αν». Γνωρίζει μόνο τις συνέπειες των επιλογών μας.
Σήμερα οι αποστάσεις μοιάζουν ακόμη μεγαλύτερες. Οι θέσεις σκλήρυναν. Η δυσπιστία βάθυνε. Η κατοχή συνεχίζεται. Και η ελπίδα, όσο κι αν αντιστέκεται, κουράζεται.
Όμως υπάρχει κάτι που δεν κουράζεται ποτέ. Η αξιοπρέπεια.
Όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που θυμάται την Αμμόχωστο, την Κερύνεια, τη Μόρφου, τη Λάπηθο, τον Καραβά και κάθε σκλαβωμένο χωριό, η κατοχή δεν μπορεί να γίνει κανονικότητα.
Γιατί οι πατρίδες δεν χάνονται όταν τις καταλαμβάνουν οι στρατοί. Χάνονται όταν τις εγκαταλείπει η μνήμη.
Και η μνήμη είναι χρέος. Όχι για να θρέφει το μίσος. Το μίσος γεννά μόνο νέα ερείπια.
Η μνήμη υπάρχει για να υπηρετεί τη δικαιοσύνη. Για να θυμίζει στις νέες γενιές ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη· είναι καθημερινός αγώνας.
Εκείνο το πρωινό του Ιουλίου νόμιζα πως κρατούσα στα χέρια μου μια εφημερίδα. Στην πραγματικότητα κρατούσα μια σελίδα της ιστορίας του Ελληνισμού.
Και καθώς πλησιάζει η πεντηκοστή δεύτερη επέτειος της κυπριακής τραγωδίας, εύχομαι η γενιά που έζησε εκείνα τα γεγονότα να παραδώσει στις επόμενες όχι μόνο τη θλίψη της, αλλά και την πίστη ότι καμία αδικία δεν μπορεί να θεωρείται αιώνια.
Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, η ιστορία δεν έχει ακόμη γράψει την τελευταία της λέξη.
Δεν Ξεχνώ.
O Μανώλης Βεληβασάκης είναι επίτιμος πολιτικός μηχανικός – καθηγητής, συγγραφέας και συνάμα ηγέτης πολλών ομογενειακών και παγκοσμίας εμβέλειας φορέων.










τῶν μὲν γὰρ ἄλλων ἀδικημάτων ὑστέρας δεῖ τετάχθαι τὰς τιμωρίας, προδοσίας δὲ καὶ δήμου καταλύσεως προτέρας. εἰ γὰρ προήσεσθε τοῦτον τὸν καιρὸν, ἐν ᾧ μέλλουσιν ἐκεῖνοι κατὰ τῆς πατρίδος φαῦλόν τι πράττειν, οὐκ ἔστιν ὑμῖν μετὰ ταῦτα δίκην παρ’ αὐτῶν ἀδικούντων λαβεῖν· κρείττους γὰρ ἤδη γίγνονται τῆς παρὰ τῶν ἀδικουμένων τιμωρίας.
-Λυκούργος, Κατά Λεωκράτους, 126
19 Ιουλίου 1974
Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών
780ή ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ
https://digitallibrary.un.org/record/523143?ln=en&v=pdf
Πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη την Παρασκευή, 19 Ιουλίου 1974, στις 3.30 μ.μ. ώρα Νέας Υόρκης ή στις 10:30 μ.μ. ώρα Μερσίνης Τουρκίας, στις 19 Ιουλίου. Υπάρχει μια διαφορά επτά ωρών.
Η συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ξεκίνησε 15 λεπτά αργότερα, στις 3:45 μ.μ. ώρα Νέας Υόρκης ή στις 10:45 μ.μ. ώρα Μερσίνης, Τουρκίας, στις 19 Ιουλίου.
Αποσπάσματα από την ομιλία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου:
“Αυτό που συμβαίνει στην Κύπρο από το πρωί της περασμένης Δευτέρας είναι μια πραγματική τραγωδία. Το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας έχει παραβιάσει ανηλεώς την ανεξαρτησία της Κύπρου. Χωρίς ίχνος σεβασμού για τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού, χωρίς ίχνος σεβασμού για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ελληνική χούντα έχει επεκτείνει τη δικτατορία της στην Κύπρο. Είναι πράγματι γεγονός ότι εδώ και αρκετό καιρό η πρόθεσή τους γινόταν προφανής. Ο λαός της Κύπρου για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε την αίσθηση ότι σεζόντουσε ένα πραξικόπημα από την ελληνική χούντα, και αυτό το συναίσθημα έγινε πιο έντονο τις τελευταίες εβδομάδες, όταν η τρομοκρατική οργάνωση ΕΟΚΑ-Β, με επικεφαλής την Αθήνα, ανανέωσε το κύμα βίας της. Ήξερα εξαρχής ότι αυτή η παράνομη οργάνωση είχε τις ρίζες της και τους πόρους ανεφοδιασμού της στην Αθήνα. Συνειδητοποίησα ότι οι Έλληνες αξιωματικοί που στελεχώνουν και διοικούν την Εθνοφρουρά στρατολογούσαν μέλη για αυτήν την οργάνωση και την υποστήριζαν με διάφορους τρόπους, μέχρι του σημείου να της δίνουν πρόσβαση στις αποθήκες ανεφοδιασμού πυρομαχικών της Εθνοφρουράς. Στα στρατόπεδα της Εθνοφρουράς, οι Έλληνες αξιωματικοί διεξήγαγαν ανοιχτή προπαγάνδα υπέρ αυτής της παράνομης οργάνωσης και μετέτρεψαν την Εθνοφρουρά από όργανο του Κράτους σε όργανο ανατροπής. Κάθε φορά που, κατά καιρούς, παραπονιόμουν στην Αθήνα για την απαράδεκτη συμπεριφορά Ελλήνων αξιωματικών της Εθνοφρουράς, η απάντηση ήταν ότι αν είχα συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ενοχή τους, όσοι κριθούν ένοχοι θα ανακληθούν.
Από το σύνολο της στάσης τους, αποκόμισα την αδιαμφισβήτητη εντύπωση ότι η τυπική τους απάντηση ήταν ένα πρόσχημα αθωότητας. Πριν από λίγες ημέρες, έγγραφα έφτασαν στα χέρια της κυπριακής αστυνομίας που αποδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η ΕΟΚΑ-Β ήταν παράρτημα του καθεστώτος των Αθηνών.
Από την Αθήνα στέλνονταν κεφάλαια για τη συντήρηση αυτής της οργάνωσης και της δόθηκαν επίσης λεπτομερείς οδηγίες σχετικά με τις δράσεις της. Στη συνέχεια, θεώρησα απαραίτητο να απευθύνω επιστολή στον Πρόεδρο του ελληνικού καθεστώτος, Στρατηγό Γκιζίκη, ζητώντας του να δώσει διαταγές για την παύση της βίας και της αιματοχυσίας από την ΕΟΚΑ-Β και για τη διάλυσή της.
Του ζήτησα επίσης να ανακαλέσει τους Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούσαν στην Εθνοφρουρά, προσθέτοντας ότι η πρόθεσή μου ήταν να μειώσω την αριθμητική δύναμη αυτής της δύναμης και να την μετατρέψω σε όργανο του Κυπριακού Κράτους. Περίμενα απάντηση. Η εντύπωσή μου ήταν ότι το καθεστώς των Αθηνών δεν ευνοούσε τη μείωση της δύναμης, πόσο μάλλον την απόσυρση των Ελλήνων αξιωματικών.
Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι που δέχονται τους ισχυρισμούς του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος. Το πραξικόπημα δεν έγινε υπό τέτοιες συνθήκες που να θεωρηθεί εσωτερικό ζήτημα των Ελληνοκυπρίων. Πρόκειται σαφώς για μια εξωτερική εισβολή, σε κατάφωρη παραβίαση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το λεγόμενο πραξικόπημα ήταν έργο των Ελλήνων αξιωματικών που στελεχώνουν και διοικούν την Εθνοφρουρά. Πρέπει επίσης να υπογραμμίσω το γεγονός ότι το ελληνικό απόσπασμα, που ποτελούνταν από 950 αξιωματικούς και άνδρες που στάθμευαν στην Κύπρο δυνάμει της Συνθήκης Συμμαχίας, έπαιξε κυρίαρχο ρόλο σε αυτή την επιθετική υπόθεση κατά της Κύπρου. Η κατάληψη του αεροδρομίου έξω από την πρωτεύουσα πραγματοποιήθηκε από ξιωματικούς και άνδρες του ελληνικού αποσπάσματος που στρατοπέδευαν κοντά στο αεροδρόμιο.
Αρκεί να αναφερθεί σε αυτό το σημείο ότι ορισμένες φωτογραφίες που εμφανίζονται στον παγκόσμιο τύπο δείχνουν θωρακισμένα οχήματα και άρματα μάχης που ανήκουν στην ελληνική δύναμη στην Κύπρο. Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στην Εθνοφρουρά διηύθυναν τις επιχειρήσεις. Σε αυτές τις επιχειρήσεις, στρατολόγησαν πολλά μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ-Β, τα οποία εξόπλισαν με όπλα της Εθνοφρουράς.
Μετά το πραξικόπημα, οι πράκτορες του ελληνικού πραξικοπήματος στην Κύπρο διόρισαν έναν γνωστό ένοπλο, τον Νίκο Σαμψών, ως Πρόεδρο, ο οποίος με τη σειρά του διόρισε ως υπουργούς γνωστά κυβερνήτες και υποστηρικτές της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ-Β.
Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό που έλαβε χώρα στην Κύπρο είναι επανάσταση και ότι ιδρύθηκε κυβέρνηση βάσει επαναστατικού νόμου. Αυτό δεν ισχύει. Καμία επανάσταση δεν έλαβε χώρα στην Κύπρο που θα μπορούσε να θεωρηθεί εσωτερικό ζήτημα. Ήταν μια εισβολή, η οποία παραβίασε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας. Και η εισβολή συνεχίζεται όσο υπάρχουν Έλληνες αξιωματικοί στην Κύπρο. Τα αποτελέσματα αυτής της εισβολής θα είναι καταστροφικά για την Κύπρο εάν δεν υπάρξει επιστροφή στην συνταγματική κανονικότητα και εάν δεν αποκατασταθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες.
Μπορεί να ειπωθεί ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση ήταν αυτή που κάλεσε τους Έλληνες αξιωματικούς να στελεχώσουν την Εθνοφρουρά. Λυπάμαι που πρέπει να πω ότι ήταν λάθος εκ μέρους μου να τους δείξω τόση εμπιστοσύνη και σιγουριά. Καταχράστηκαν αυτή την εμπιστοσύνη και αντί να βοηθήσουν στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας του νησιού, έγιναν οι ίδιοι οι επιτιθέμενοι.
Δεν μπορεί να ειπωθεί ότι μέχρι στιγμής η πρόοδος των συνομιλιών ήταν ικανοποιητική. Πώς όμως θα μπορούσε να υπάρξει πρόοδος στις συνομιλίες, ενώ η πολιτική της περιοχής των Αθηνών για την Κύπρο ήταν διττή;
Όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συμφώνησαν ότι οι συνομιλίες διεξάγονταν με βάση την ανεξαρτησία. Η κυβέρνηση των Αθηνών συμφώνησε επίσης σε αυτό, και επανειλημμένα το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι η θέση της Ελλάδας σε αυτό το ζήτημα ήταν σαφής. Αν αυτό ίσχυε, γιατί η στρατιωτική περιοχή της Ελλάδας δημιούργησε και υποστήριξε την τρομοκρατική οργάνωση ΕΟΚΑ-Β, της οποίας ο σκοπός ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και τα μέλη της οποίας αυτοαποκαλούνταν «ενωτικοί»;
Απευθύνω έκκληση στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να τερματίσουν την ασυνήθιστη κατάσταση που δημιουργήθηκε από το πραξικόπημα της Αθήνας.
Καλώ το Συμβούλιο να χρησιμοποιήσει όλους τους τρόπους και τα μέσα που διαθέτει, ώστε η συνταγματική τάξη στην Κύπρο και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου να αποκατασταθούν χωρίς καθυστέρηση.
Όπως έχω ήδη δηλώσει, τα γεγονότα στην Κύπρο δεν αποτελούν εσωτερικό ζήτημα των Ελλήνων της Κύπρου. Επηρεάζονται επίσης και οι Τούρκοι της Κύπρου. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι εισβολή και από τις συνέπειές του υποφέρει ολόκληρος ο λαός της Κύπρου, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Τούρκοι. Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν μια «ειρηνευτική δύναμη» που έχει σταθμεύσει στην Κύπρο. Δεν είναι δυνατό ο ρόλος αυτής της ειρηνευτικής δύναμης να είναι αποτελεσματικός υπό συνθήκες στρατιωτικού πραξικοπήματος. Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πρέπει να καλέσει το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας να αποσύρει από την Κύπρο τους Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούν στην Εθνική Φρουρά και να τερματίσει την εισβολή του στην Κύπρο.
Έδωσα μια εικόνα της κατάστασης. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι μια κατάλληλη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα τερματίσει την εισβολή και θα αποκαταστήσει την παραβιασμένη ανεξαρτησία της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού.”
Πάλι, η συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ξεκίνησε στις 3:45 μ.μ. ώρα Νέας Υόρκης ή στις 10:45 μ.μ. ώρα Μερσίνης, στις 19 Ιουλίου. Σύμφωνα με το παρακάτω βίντεο, ο Μακάριος ξεκινά να μιλάει στο 0:45 του βίντεο και ολοκληρώνει την ομιλία του στο 18:34, με περίπου χρόνο ομιλίας 18 λεπτά.
https://youtube.com/watch?v=W5lSQFB3SEU
Αν η συνάντηση ξεκίνησε στις 3:45 μ.μ. ώρα Νέας Υόρκης, Φαίνεται ότι ο Μακάριος ξεκίνησε να μιλάει περίπου στις 3:50 μ.μ. και ολοκλήρωσε περίπου στις 4:08 μ.μ., ώρα Νέας Υόρκης, ή 11:08 μ.μ. ώρα Μερσίνης Τουρκίας.
Από τις πληροφορίες που υπάρχουν, ο τουρκικός στόλος απέπλευσε από το λιμάνι της Μερσίνης στις 11:30 μ.μ. τοπική ώρα στις 19 Ιουλίου, δηλαδή ουσιαστικά αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ομιλίας του Μακάριου.
Όμως, σύμφωνα με την παρακάτω μαρτυρία ενός Έλληνα χειριστή ραντάρ, τον βετεράνο ναύτη του Πολεμικού Ναυτικού κ. Γιώργο Κρεμαστούλη, ο τουρκικός στόλος απέπλευσε στις 8:30 μ.μ. τοπική ώρα στις 19. Αυτή η μαρτυρία δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουλίου 2023:
«Εγώ το είχα στο μυαλό μου, αλλά κανένας δεν το έλεγε. Ολοι έλεγαν “μην κάνετε τίποτα γιατί είναι ασκήσεις του ΝΑΤΟ και μη χτυπήσετε αν δεν σας χτυπήσουν”. Αυτά τα λόγια με έκαναν να νιώσω προδομένος.
Οταν έγινε ο απόπλους των τουρκικών πλοίων από τη Μερσίνη, είδα αμέσως τα αποβατικά και άρχισα να δίνω αναφορά, ενώ συνέχιζαν να μου λένε “δεν είναι τίποτα, είναι ασκήσεις του ΝΑΤΟ”. Εγώ είδα τα πλοία στις 8.30 το βράδυ στις 19 Ιουλίου, οπότε κατάλαβα πως κάτι συνέβαινε και άρχισα να δίνω αναφορά κάθε μισή ώρα.
Επειτα από εννέα ώρες, στις 5 το πρωί της 20ής Ιουλίου, φτάσανε τα αποβατικά. Τα τουρκικά καράβια έκαναν ένα σχηματισμό πετάλου, γύρω στα πέντε μίλια έξω από τα ανοικτά της Κύπρου. »
https://kathimerini.gr/society/562529611/eida-protos-sto-rantar-tis-toyrkikes-apovatikes-dynameis/
Εάν ο τουρκικός στόλος αναχώρησε στις 11:30 ώρα Τουρκίας, αυτό είναι ουσιαστικά 20 λεπτά αφότου ο Μακάριος ολοκλήρωσε την ομιλία του.
Αλλά αν ο τουρκικός στόλος αναχώρησε στις 8:30 μ.μ. ώρα Τουρκίας σύμφωνα με τον χειριστή του ραντάρ Γιώργο Κρεμαστούλη, αυτό ήταν δύο ώρες και 15 λεπτά πριν ο Μακάριος ξεκινήσει την ομιλία του.
Οπότε ουσιαστικά πρέπει να επιστρέψουμε στις 17 Ιουλίου, στην οδό Ντάουνινγκ 10 στο Λονδίνο, για να δούμε τι συζητήθηκε εκεί κατά τη διάρκεια της συνάντησης Γουίλσον/Μακάριου και της συνάντησης Γουίλσον/Κάλαχαν/Ετσεβίτ λίγη ώρα αργότερα.