Home ΑΠΟΨΕΙΣ Απόψεις: 20 Ιουλίου 1974 – όταν η Ιστορία πάγωσε τον χρόνο

Απόψεις: 20 Ιουλίου 1974 – όταν η Ιστορία πάγωσε τον χρόνο

0
Το λιμάνι της Κερύνειας. Φωτογραφία: Αναμνήσεις / Δημήτρης Τσάκας.

Γράφει ο Μανώλης Βεληβασάκης *

Υπάρχουν μέρες που δεν ανήκουν πια στο ημερολόγιο. Δεν γερνούν. Δεν απομακρύνονται. Μένουν καρφωμένες μέσα μας σαν πρόκες στη μνήμη και, όσο κι αν κυλήσουν τα χρόνια, επιστρέφουν με την ίδια ένταση, με την ίδια μυρωδιά, με το ίδιο σφίξιμο στην καρδιά.

Μια τέτοια μέρα είναι για μένα η 20ή Ιουλίου 1974.

Ήμουν τότε ένας νεαρός φοιτητής Πολιτικός Μηχανικός, γεμάτος όνειρα για το αύριο. Είχα μόλις αρχίσει την καλοκαιρινή μου εργασία στην περίφημη εταιρεία “Lev Zetlin Associates” στο Μανχάταν. Η ζωή άνοιγε μπροστά μου δρόμους και κορυφές.

Βγήκα από τον σταθμό του υπόγειου στην 28η Οδό και την Park Avenue. Όπως κάθε πρωί, στάθηκα στο μικρό περίπτερο της γωνίας και αγόρασα τους New York Times. Άνοιξα αφηρημένα την εφημερίδα. Και τότε ο χρόνος σταμάτησε. «Η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο.»

Η πόλη φάντασμα της Αμμοχώστου. Φωτογραφία: Αναμνήσεις / Δημήτρης Τσάκας.

Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα ακίνητος. Η Νέα Υόρκη συνέχιζε να βουίζει γύρω μου, μα εγώ δεν άκουγα τίποτε. Κρατούσα την εφημερίδα με τα δυο μου χέρια και διάβαζα ξανά και ξανά τις ίδιες γραμμές, σαν να περίμενα πως οι λέξεις θα άλλαζαν, πως κάποιος θα ξυπνούσε από έναν κακό εφιάλτη.

Δεν ήταν όμως εφιάλτης. Ήταν η Ιστορία. Και η Ιστορία εκείνο το πρωινό φορούσε μαύρα.

Ο «Αττίλας» είχε αποβιβαστεί στις ακτές της Κερύνειας. Η φωτιά άρχισε να καταπίνει χωριά, εκκλησίες, σπίτια και ανθρώπινες ζωές. Νέοι άνθρωποι, σχεδόν παιδιά, πολεμούσαν με το κορμί τους απέναντι σε μια πανίσχυρη πολεμική μηχανή. Μάνες έτρεχαν κρατώντας στην αγκαλιά τους τα παιδιά τους. Γέροντες εγκατέλειπαν τα σπίτια που είχαν χτίσει πέτρα-πέτρα. Καμπαναριά σώπαιναν. Μοναστήρια βεβηλώνονταν. Κοιμητήρια έμεναν ορφανά από τους ζωντανούς τους.

Και μαζί τους ξεριζωνόταν η ίδια η μνήμη.

Περισσότεροι από εκατόν εξήντα χιλιάδες άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους την πατρίδα. Χιλιάδες σκοτώθηκαν. Άλλοι χάθηκαν χωρίς τάφο, χωρίς αντίο, χωρίς μια τελευταία αγκαλιά.

Η Κύπρος μάτωσε. Και μαζί της μάτωσε ολόκληρος ο Ελληνισμός.

Εμείς, οι Έλληνες φοιτητές της Αμερικής, νιώσαμε πως εκείνη τη μέρα μεγαλώσαμε απότομα. Τα βιβλία έκλεισαν. Οι διακοπές τελείωσαν πριν την ώρα τους. Ξεκινήσαμε τηλεφωνήματα, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, πορείες έξω από τα Ηνωμένα Έθνη. Πιστεύαμε πως η φωνή της δικαιοσύνης ήταν αρκετή για να συγκινήσει τον κόσμο.

Πόσο νέοι ήμασταν… Πιστεύαμε ακόμη πως το Διεθνές Δίκαιο είχε δύναμη. Πως τα ψηφίσματα εφαρμόζονται. Πως οι μεγάλοι του κόσμου δεν θα άφηναν μια αδικία να μετατραπεί σε καθεστώς. Πιστεύαμε πως οι πρόσφυγες θα επέστρεφαν σύντομα στα σπίτια τους.

Πενήντα δύο χρόνια πέρασαν.

Οι πρόσφυγες γέρασαν. Πολλοί έφυγαν από τη ζωή κρατώντας ακόμη στα χέρια τους το κλειδί του σπιτιού τους. Ένα κλειδί που δεν άνοιξε ποτέ ξανά την πόρτα της πατρίδας τους.

Τα παιδιά έγιναν παππούδες. Οι εγγονοί γνώρισαν τα χωριά τους μόνο μέσα από φωτογραφίες που κιτρίνισαν, από αφηγήσεις των γονιών τους και από δάκρυα που ποτέ δεν στέγνωσαν.

Και όμως… Η μνήμη δεν παραδόθηκε.

Επί μισό και πλέον αιώνα οργανώθηκαν από φλογερούς πατριώτες διαδηλώσεις, συνέδρια, ενημερωτικές εκστρατείες, συναντήσεις με πολιτικούς, εράνους και εκδηλώσεις. Ξοδεύτηκαν αμέτρητες ώρες προσπαθώντας να κρατήσουμε ζωντανή την αλήθεια.

Κάποτε αναρωτιέται κανείς αν όλος αυτός ο αγώνας άλλαξε πραγματικά την πορεία των πραγμάτων ή αν απλώς συντηρούσε την ελπίδα.

Η ιστορία, όμως, δεν γράφεται μόνο από τις νίκες. Γράφεται και από την επιμονή εκείνων που αρνήθηκαν να ξεχάσουν.

Οφείλουμε επίσης να έχουμε το θάρρος να κοιτάζουμε την ιστορία κατάματα. Το 2004 παρουσιάστηκε το Σχέδιο Ανάν, μια πρόταση που δίχασε βαθιά τον κυπριακό ελληνισμό. Οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν, πιστεύοντας πως δεν εξασφάλιζε ούτε πραγματική ασφάλεια ούτε δίκαιη λύση. Ίσως είχαν δίκιο.

Ίσως πάλι εκείνη να ήταν η τελευταία ευκαιρία που προσέφερε η ιστορία. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα.

Η ιστορία δεν γνωρίζει τη λέξη «αν». Γνωρίζει μόνο τις συνέπειες των επιλογών μας.

Σήμερα οι αποστάσεις μοιάζουν ακόμη μεγαλύτερες. Οι θέσεις σκλήρυναν. Η δυσπιστία βάθυνε. Η κατοχή συνεχίζεται. Και η ελπίδα, όσο κι αν αντιστέκεται, κουράζεται.

Όμως υπάρχει κάτι που δεν κουράζεται ποτέ. Η αξιοπρέπεια.

Όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που θυμάται την Αμμόχωστο, την Κερύνεια, τη Μόρφου, τη Λάπηθο, τον Καραβά και κάθε σκλαβωμένο χωριό, η κατοχή δεν μπορεί να γίνει κανονικότητα.

Γιατί οι πατρίδες δεν χάνονται όταν τις καταλαμβάνουν οι στρατοί. Χάνονται όταν τις εγκαταλείπει η μνήμη.

Και η μνήμη είναι χρέος. Όχι για να θρέφει το μίσος. Το μίσος γεννά μόνο νέα ερείπια.

Η μνήμη υπάρχει για να υπηρετεί τη δικαιοσύνη. Για να θυμίζει στις νέες γενιές ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη· είναι καθημερινός αγώνας.

Εκείνο το πρωινό του Ιουλίου νόμιζα πως κρατούσα στα χέρια μου μια εφημερίδα. Στην πραγματικότητα κρατούσα μια σελίδα της ιστορίας του Ελληνισμού.

Και καθώς πλησιάζει η πεντηκοστή δεύτερη επέτειος της κυπριακής τραγωδίας, εύχομαι η γενιά που έζησε εκείνα τα γεγονότα να παραδώσει στις επόμενες όχι μόνο τη θλίψη της, αλλά και την πίστη ότι καμία αδικία δεν μπορεί να θεωρείται αιώνια.

Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, η ιστορία δεν έχει ακόμη γράψει την τελευταία της λέξη.

Δεν Ξεχνώ.

O Μανώλης Βεληβασάκης είναι επίτιμος πολιτικός μηχανικός – καθηγητής, συγγραφέας και συνάμα ηγέτης πολλών ομογενειακών και παγκοσμίας εμβέλειας φορέων.

-Advertisement / Διαφήμιση-

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.