Απόψεις: Η γνωριμία μου μ’ έναν υπέροχο Έλληνα

0
121
Ο Γιώργος Μπίζος και ο Νέλσον Μαντέλα. Φωτογραφία: ΑΠΕ - ΜΠΕ.

Της Διαμαντένιας Ριμπά *

ΑΘΗΝΑ. (ΑΠΕ – ΜΠΕ) Είναι κάποιοι Άνθρωποι που έρχονται στη ζωή μας για να μπουν για πάντα στην καρδιά μας, αβίαστα, με το μεγαλείο εκείνο της ταπεινότητας που διακρίνει τις φωτεινές προσωπικότητες. Κι όταν φεύγουν από τη ζωή, το αίσθημα της λύπης συνυπάρχει παρηγορητικά με την ευλογία που νιώθεις ότι στάθηκες τυχερός που τους γνώρισες.

   Ένας τέτοιος Άνθρωπος υπήρξε για μένα ο Γιώργος Μπίζος, ο οποίος άφησε τη στερνή πνοή του στις 9 Σεπτεμβρίου στο Γιοχάνεσμπουργκ, εκεί στη δεύτερη «Ιθάκη» του, που δεν ξεχώρισε ποτέ από αυτή της καρδιάς. Ήταν γνωστός σε όλη την υφήλιο ως ο Έλληνας δικηγόρος, υπέρμαχος των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αδελφικός φίλος του Νέλσον Μαντέλα, στον οποίο χάρισε τη ζωή, μα κι ενός ολόκληρου Έθνους στη συνέχεια, όταν τον υπερασπίστηκε στην πολύκροτη δίκη της Ριβόνια (1963-1964) στα χρόνια του σκληρού Απαρτχάιντ.

   Προσωπικά είχα την τύχη να τον γνωρίσω και να με τιμήσει πολλές φορές, παραχωρώντας μου συνεντεύξεις αρχικά μέσα από τις συχνότητες της ΕΡΑ-5, γνωστή ως «Φωνή της Ελλάδας», για το «Έθνος της Κυριακής», το Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στη συνέχεια για το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Ο χαρισματικ Γιώργος Μπίζος. Φωτογραφία: ΑΠΕ – ΜΠΕ

   Θυμάμαι σαν τώρα την πρώτη φορά που μίλησα μαζί του, μέσω τηλεφώνου, για να προετοιμάσουμε την τηλεφωνική συνέντευξη που θα μεταδιδόταν μέσω των βραχέων κυμάτων της Φωνής της Ελλάδας στους Έλληνες όπου γης. Ήταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Με συνεπήρε η γαλήνια φωνή του, που μετρίασε το πολύ τρακ που είχα ομολογουμένως. Έτσι ένιωσα κι αργότερα, όταν τον γνώρισα από κοντά, τον Δεκέμβριο του 1999, στο πλαίσιο της 2ης Παγκόσμιας Συνέλευσης του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού στη Θεσσαλονίκη. Τότε εκτίμησα βαθύτατα τον πραότητά του, ενώ η γαλήνη που εξέπεμπε, αλλά και το ωραίο χιούμορ που τον διέκρινε, μαγνήτιζε τους πάντες. 

   Πάντα ένιωθα δέος όταν μιλούσα μαζί του και με πολλή χαρά τον συναντούσα στην Αθήνα, σε κάθε επίσκεψή του στην Ελλάδα, με τελικό προορισμό τη γενέτειρά του, Βασιλίτσι Μεσσηνίας. Ήταν για μένα ένας ζωντανός θρύλος. Ο ίδιος, όμως, ποτέ δεν είδε έτσι τον εαυτό του. Θεωρούσε ότι τα όσα είχε πράξει ήταν το ελάχιστο που μπορούσε να προσφέρει στον αδελφικό του φίλο, τον Μαντέλα, που χωρίς αυτόν, όπως μου έλεγε πάντα, δεν μπορούσε να φανταστεί τη Νότια Αφρική.

   «Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που βρέθηκα στον δρόμο του Μαντέλα», μου είχε πει σε μια συνέντευξη για το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ενώ ζούσε ακόμη ο μεγάλος Νοτιοαφρικανικός ηγέτης. «Η επιρροή του στη ζωή μου είναι μεγάλη. Ο Μαντέλα πάντα μας έλεγε ότι πιο εύκολο θα ήταν να μάθουμε να αγαπάμε και ότι κανείς δεν γεννιέται ρατσιστής. Ακόμα και τώρα δεν εγκαταλείπει τον λαό του. Ξέρετε, ο ίδιος δεν θέλει να τον θεωρούν ούτε εθνοσωτήρα, ούτε προφήτη, αλλά μόνον πιστό υπηρέτη του λαού, ντόπιων και λευκών. Αυτό που πάντα με εντυπωσίαζε είναι ότι ξέρει να συγχωρεί».

   «Οδύσσεια προς την ελευθερία»

   Τον παραπάνω τίτλο είχε επιλέξει ο Γιώργος Μπίζος για την αυτοβιογραφία του, που αξίζει να έχει κάθε Έλληνας στη βιβλιοθήκη του.

   Όπως αναφέρει και ο Νέλσον Μαντέλα στον πρόλογο του βιβλίου, «η αυτοβιογραφία του Τζορτζ, “Οδύσσεια προς την ελευθερία”, δεν είναι απλά ένας προσωπικός απολογισμός μιας εκπληκτικής ζωής, αλλά ένα πολύτιμο πρόσθημα στα ιστορικά αρχεία του έθνους μας από έναν άνθρωπο, του οποίου η συμβολή στην εδραίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων-που αποτελούν την ουσία των δικών μας συνταγματικών αξιών-είναι ανεκτίμητη».

   Η ιστορία του μεγάλου αυτού Έλληνα μοιάζει μυθιστορηματική. Ξεκινάει τον Οκτώβριο του 1941, όταν παλικαράκι αμούστακο 13 ετών, έφυγε από τον γενέθλιο τόπο, το αγαπημένο Βασιλίτσι Μεσσηνίας, χωρίς να ξέρει πού θα τον οδηγήσει τελικά η μοίρα. Με τον πατέρα του, κοινοτάρχη του χωριού, καταφέρνουν να ξεγελάσουν τους Γερμανούς και να φυγαδεύσουν με μια βάρκα επτά συμμάχους, Νεοζηλανδούς στρατιώτες που είχαν ξεμείνει εκεί. Τελικός προορισμός η Κρήτη, που πίστευαν ότι είναι ελεύθερη.

   Πάντα δάκρυζε ο Γιώργος Μπίζος όταν θυμόταν πώς πάλευαν για πέντε μερόνυχτα μεσοπέλαγα, αλλά και τη μεγάλη φουρτούνα στην οποία έπεσαν και κινδύνεψαν να χάσουν όλοι τη ζωή τους. Τελικά, ένα αγγλικό πλοίο τους μετέφερε στην Αίγυπτο, όπου μαζί με τον πατέρα του έμειναν περίπου τρεις μήνες. Ο δρόμος της επιστροφής στα πάτρια εδάφη είχε κλείσει για πάντα. Έτσι βρέθηκαν στη Νότιο Αφρική.

   Για τον φιλομαθή γιο, ο πατέρας είχε όνειρα να γίνει γιατρός, ο ίδιος όμως επέλεξε να σπουδάσει Νομική. Εκεί γίνεται μέλος του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου και γνωρίζει τον Μαντέλα. Γρήγορα αναπτύσσεται ανάμεσά τους μια βαθιά φιλία, που ενδυναμώθηκε στη συνέχεια με τους αγώνες που έδωσε για να απελευθερωθεί ο Νοτιοαφρικανός ηγέτης, που παρέμεινε 27 ολόκληρα χρόνια στην φυλακή. Δύσκολα, δυσβάσταχτα χρόνια, που κανείς τους όμως όσο ζούσε δεν ξέχασε ποτέ.

   «Κανείς υπόλογος;»-

Ένας Έλληνας κατά του Απαρτχάιντ

   «Ο Γιώργος, το παιδί των Ελλήνων μεταναστών, είναι ο άνθρωπος που συνδυάζει ένα συναισθηματικό χαρακτήρα με ένα οξύ μυαλό», είχε πει ο Νέλσον Μαντέλα. Πράγματι, η ευστροφία που είχε, οι γνώσεις του στα Νομικά και κυρίως η αδιαμφισβήτητη ικανότητά του στις δίκες, τον κατέστησαν βασικό υπερασπιστή των αγωνιστών κατά του Απαρτχάιντ, τους οποίους αποκαλούσε ήρωες κι ένοιωθε τυχερός, που βρέθηκε μαζί τους: Μαντέλα, Σουσούλου, Στιβ Μίκο κι άλλοι πολλοί αντάρτες, καθηγητές πανεπιστημίων, φοιτητές…

   Στο βιβλίο-ντοκουμέντο με τίτλο «Κανείς υπόλογος;», που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Κοχλίας το 2001, ο Γιώργος Μπίζος παρουσίασε για πρώτη φορά έξι από τις πολύκροτες δίκες που είχε αναλάβει ο ίδιος, με ομάδα επιφανών δικηγόρων στη Νότιο Αφρική, διερευνώντας τα αίτια θανάτου μαύρων και μη αγωνιστών, που πέθαναν στα κρατητήρια του Απαρτχάιντ.

   Όπως του αναγνώριζαν επιφανείς συνάδελφοί του, ο Γιώργος Μπίζος ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να γράψει αυτό το βιβλίο-ντοκουμέντο, αφού ήταν στην «καρδιά» των περισσότερων από τις δικαστικές μάχες. Τότε τον αποκάλεσαν, άλλωστε, και «η δύναμη του ελέφαντα», λόγω της ικανότητάς του να εξαντλεί τους ψευδομάρτυρες.

   Μέσα από την παράθεση συγκλονιστικών μαρτυριών, ο Γιώργος Μπίζος αποκάλυψε στο βιβλίο τις «συνωμοσίες της σιωπής», που επί δεκαετίες ολόκληρες έστηναν τα όργανα της Αστυνομίας Ασφαλείας, με την πλήρη κάλυψη του Νόμου περί Τρομοκρατίας από το 1963 έως την κατάργησή του, το 1990. Κατέγραψε λεπτομερώς τις συνέπειες των βασανιστηρίων, των θανάτων στην απομόνωση, των δολοφονιών από αποσπάσματα θανάτου και την αποτυχία να βρεθεί έστω και ένας ένοχος. Μετά από δίκες-παρωδία, οι αποφάσεις ήταν πανομοιότυπες: «Κανείς υπόλογος».

   Μεταξύ αυτών περιγράφει και την πολύκροτη δίκη για το θάνατο του ηγέτη του «Συνεδρίου του Μαύρου Λαού» Στιβ Μπίκο, δίκη- σύμβολο της αποκάλυψης του ρατσισμού, της υπονόμευσης της ηθικής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε μια πλούσια και όμορφη χώρα όπως η Νότιος Αφρική.

   «Για μένα ήταν απόλυτη ανάγκη να καταγράψω έξι από τις μεγάλες δίκες», μού είχε πει σε μία συνέντευξη για το «Έθνος της Κυριακής». «Η συγγραφή του βιβλίου είναι, αν το θέλετε, και ένα είδος κάθαρσης για μένα. Περισσότεροι από 100 κρατούμενοι στη Ν. Αφρική πέθαναν στα χέρια της αστυνομίας και ποτέ κανείς δεν δικάστηκε για τα απάνθρωπα εγκλήματα.

   »Η απογοήτευση μας από την αθώωση των βασανιστών τελικά δεν μας πτόησε. Ήμουν βέβαιος ότι βασανιστές που αθωώνονταν καταδικάζονταν από τα εκατομμύρια ενόρκους στα πέρατα της γης. Το βιβλίο μου είναι αφιερωμένο σε όλους αυτούς που πριν και μετά το θάνατό τους, η δικαιοσύνη ήταν τυφλή, κουφή και μουγκή».

   Έφερε υπερήφανα τη

«ρετσινιά» του υπερασπιστή ενός τρομοκράτη

   Αυτό που πάντα με εντυπωσίαζε στον Γιώργο Μπίζο ήταν πως ο ίδιος θυμόταν χωρίς εμπάθεια τα δύσκολα εκείνα χρόνια, όταν είχε απομονωθεί ακόμη και από το σύνολο της ελληνικής παροικίας, καθώς έφερε τη «ρετσινιά» του υπερασπιστή ενός τρομοκράτη.

   Οι δύο αιτήσεις που κατέθεσε (το 1953 και το 1964) για να πολιτογραφηθεί πολίτης της Ν. Αφρικανικής Δημοκρατίας απορρίφθηκαν, καθώς κρίθηκε ότι δεν ήταν προς το συμφέρον της χώρας. Για είκοσι ολόκληρα χρόνια οι προδικτατορικές κυβερνήσεις και η χούντα του απαγόρευαν να επισκεφθεί την Ελλάδα.

   Η πτώση της δικτατορίας στη χώρα μας εμψύχωσε τους αγωνιστές στη Ν. Αφρική και αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ο Γιώργος Μπίζος εύστοχα μού θύμιζε τις πολύ καλές σχέσεις που διατηρούσε η χούντα των συνταγματαρχών με το Απαρτχάιντ, καθώς και μερικοί εφοπλιστές και μεγαλέμποροι, οι οποίοι όχι μόνο δεν τήρησαν τις κυρώσεις που είχε επιβάλει ο ΟΗΕ, αλλά συνεργάστηκαν στενά με το βάναυσο καθεστώς.

   Παρ’ όλα αυτά δεν έμεινε μακριά από την παροικία. Ήταν άλλωστε, κατά κοινή ομολογία, ο πιο επιτυχημένος Πρόεδρος της Εκπαιδευτικής Εταιρείας, κοντά είκοσι χρόνια, κι ασχολήθηκε με τα εκπαιδευτικά των ελληνοπαίδων στη Ν. Αφρική.

   Με δική του πρωτοβουλία, άλλωστε, ιδρύεται το 1974 η περίφημη σχολή «Σαχέτι», που θεωρείται πρότυπο στο χώρο της ελληνικής ομογένειας ανά τον κόσμο. Το «Σαχέτι» ήταν και το πρώτο σχολείο στη Ν. Αφρική που δέχτηκε μαύρους μαθητές σε χρόνους δίσεκτους.

   Μια ζωή στην υπηρεσία των αδικημένων 

   Μετά την πτώση του Απαρτχάιντ, ο Γιώργος Μπίζος δεν δέχτηκε να λάβει θέση στη κυβέρνηση του Νέλσον Μαντέλα, με την πίστη ότι έπρεπε να συνεχίσει απερίσπαστα να κάνει αυτό που είχε μάθει σε όλη του την επαγγελματική σταδιοδρομία: να υπερασπίζεται ανθρώπους, των οποίων καταπατούνταν τα ανθρώπινα δικαιώματά. Ανέλαβε, όμως, επικεφαλής της Συντακτικής Επιτροπής του νέου Συντάγματος της Ν. Αφρικής.

   «Δεν με ενδιαφέρει η κομματική πολιτική, γιατί πιστεύω ότι πολλές φορές χάνεις μέρος της ανεξαρτησίας σου. Γι’ αυτό αποφάσισα να συνεχίσω τη δουλειά μου στο Legal Resource Center, προπαντός για την ισότητα, τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα των ανθρώπων που στερείται ο περισσότερος πληθυσμός στη Ν. Αφρική», μού είχε πει σε συνέντευξη για το περιοδικό «Ελληνική Διασπορά», του Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων. «Πίστευα και πιστεύω ότι μπορούσα καλύτερα να εξυπηρετήσω αυτά τα ιδανικά έξω από την κυβέρνηση».

   Ο πατριώτης της μιας πλευράς είναι τρομοκράτης για την άλλη

   Έχοντας βιώσει ο ίδιος τις συνέπειες που δημιούργησε η επιβολή του Νόμου περί Τρομοκρατίας στη Νότιο Αφρική, ο Γιώργος Μπίζος ήταν ίσως από τους πλέον αρμόδιους που μπορούσαν να μιλήσουν για την κατάσταση που διαμορφώθηκε διεθνώς μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ. Τότε τον είχα ρωτήσει ποιος ορίζεται ως τρομοκράτης. Εύγλωττα μού θύμισε, μεταξύ άλλων, ότι οι επαναστάτες του 1821 ήταν τρομοκράτες για την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

   «Ο Μαντέλα επίσης είχε χαρακτηρισθεί ως τρομοκράτης», μού είχε πει χαρακτηριστικά ο διαπρεπής δικηγόρος. «Ο πατριώτης της μιας πλευράς είναι τρομοκράτης για την άλλη. Δεν έχει σημασία τι μεταχειρίζεται κανείς: πέτρα, ελικόπτερο, πολυβόλο, βόμβα. Άλλωστε, δεν υπάρχει πολιτισμένος τρόπος να σκοτώνεις αθώους ανθρώπους».

   Μέσα από τις πολλές διακρίσεις που είχε λάβει διεθνώς, θα αναφέρω μία, που ίσως δεν είναι τόσο γνωστή, αλλά πολύ σημαντική, την οποία ο ίδιος είχε χαρεί ιδιαίτερα. Το Μάιο του 2001, ο Έλληνας που ύψωσε το ανάστημα του κατά το Απαρτχάιντ, ύστερα από πρόταση της Διεθνούς Ακαδημίας Δικηγόρων (International Academy of Trial Lawyers), ανακηρύχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ουάσιγκτον ως δικηγόρος της χρονιάς.

   Πολύτιμο πετράδι η αγάπη για την Ελλάδα

   Η αγάπη που έτρεφε για την Ελλάδα ο Γιώργος Μπίζος ήταν ένα πολύτιμο διαμάντι, «το πιο λαμπερό», όπως μού είχε πει, κι αυτό τον έκανε να αντέξει τις όποιες δοκιμασίες της ζωής. Με αυτή την αγάπη, άλλωστε, γαλούχησε και τους τρεις γιους και τα εγγόνια, που απέκτησε με την πολυαγαπημένη του σύζυγο Αρετή. Κι έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει την πατρίδα.

   Με πάθος στρατεύτηκε από την πρώτη στιγμή για την επιστροφή στην Ελλάδα των Γλυπτών του Παρθενώνα. Επίσης, με δική του μεσολάβηση, ήρθε στην Αθήνα το 2002 κι ο Νέλσον Μαντέλα, για να προσυπογράψει τη Διακήρυξη της Ολυμπιακής Εκεχειρίας. Ας μην ξεχνάμε και την καθοριστική ψήφο της Νοτίου Αφρικής για την ανάληψη της διοργάνωσης της Ολυμπιάδας το 2004.

   «Η Ελλάδα», έλεγε ο Μαντέλα, «είναι η μάνα της Δημοκρατίας και η Νότια Αφρική η πιο μικρή κόρη της». Κι αυτή την λατρεία τού την είχε μεταλαμπαδεύσει ο Έλληνας «αδελφός» του.

   Αυτός ήταν ο Γιώργος Μπίζος κι έτσι θα τον θυμάμαι πάντα, όπως και μια φράση-στάση ζωής, που συνήθιζε να λέει: «Στη ζωή κάθε ανθρώπου έρχεται πάντα η κρίσιμη στιγμή, όταν καλείται να επιλέξει τελικά αν θα υποκύψει ή θα παλέψει». Η δική του επιλογή παραμένει παράδειγμα φωτεινό για κάθε Έλληνα κι Ελληνίδα, όπου γης.

*Η Διαμαντένια Ριμπά υπήρξε συντάκτης, αρμόδια για θέματα ομογένειας, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.