Home ΑΠΟΨΕΙΣ Παγίδα Θουκυδίδη: Κίνα, ΗΠΑ και διδάγματα για Αν. Μεσόγειο

Παγίδα Θουκυδίδη: Κίνα, ΗΠΑ και διδάγματα για Αν. Μεσόγειο

0
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, αριστερά και ο κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ. Φωτογραφία: ΑΠΕ - ΜΠΕ.

Γράφει ο Δρ. Πάνος Σταυριανίδης *

Όταν ο Πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, χρησιμοποίησε την έννοια της λεγόμενης «Παγίδας του Θουκυδίδη» σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, δεν έκανε απλώς μία ιστορική αναφορά. Χρησιμοποίησε μία βαριά φιλοσοφική και γεωπολιτική μεταφορά.

Η έννοια αυτή αναφέρεται στον κίνδυνο που δημιουργείται όταν μία ανερχόμενη δύναμη απειλεί ή αμφισβητεί μία ήδη καθιερωμένη μεγάλη δύναμη. Η καθιερωμένη δύναμη φοβάται την άνοδο της νέας δύναμης, η νέα δύναμη αισθάνεται ότι δικαιούται μεγαλύτερο ρόλο, και έτσι η καχυποψία, ο φόβος και η υπεροψία μπορούν να οδηγήσουν σε σύγκρουση.

Το κλασικό παράδειγμα είναι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη. Ο Θουκυδίδης μάς λέει ότι η άνοδος της δύναμης των Αθηνών και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη ήταν από τις βαθύτερες αιτίες του πολέμου. Όμως εδώ χρειάζεται προσοχή. Η ιστορία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται επιφανειακά, ούτε να γίνεται εργαλείο προπαγάνδας ή απλής διπλωματικής εντύπωσης.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Σωματείων Νέας Ιερσέης, Δρ. Πάνος Σταυριανίδης. Φωτογραφία: Αναμνήσεις / Δημήτρης Τσάκας.

Είναι φανερό ότι ο Σι, και γενικότερα η κινεζική πολιτική σκέψη, είναι πολύ πιο εξοικειωμένοι με τέτοιου είδους ιστορικές, φιλοσοφικές και συμβολικές αναφορές. Οι Κινέζοι σκέφτονται συχνά με όρους αιώνων, πολιτισμών, στρατηγικής υπομονής και έμμεσης σύγκρουσης. Είναι πιο μελετημένοι όχι μόνο στην κινεζική παράδοση του Σουν Τζου και της «Τέχνης του Πολέμου», αλλά και στην αρχαία ελληνική σκέψη. Γνωρίζουν ότι η ιστορία μπορεί να γίνει διπλωματικό όπλο.

Το ερώτημα όμως είναι άλλο: κατάλαβε ο διερμηνέας του Προέδρου Τραμπ πλήρως το βάθος αυτής της μεταφορικής σύγκρισης; Και ακόμη περισσότερο, μπόρεσε ο ίδιος ο Πρόεδρος Τραμπ να αντιληφθεί επί τόπου τις ιστορικές, φιλοσοφικές και στρατηγικές προεκτάσεις αυτής της αναφοράς;

Έχω τις αμφιβολίες μου. Όχι γιατί η αναφορά ήταν αδύνατο να μεταφραστεί, αλλά γιατί τέτοιες ιστορικές μεταφορές δεν μεταφράζονται μόνο με λέξεις. Μεταφράζονται με γνώση, παιδεία και κατανόηση του ιστορικού βάθους.

Αλλά ας πάμε στην ουσία. Ήταν σωστή η σύγκριση; Εδώ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Η Αθήνα δεν ήταν μία μικρή ανερχόμενη δύναμη που ξαφνικά απείλησε τη Σπάρτη. Η Αθήνα, πριν από τον μεγάλο Πελοποννησιακό Πόλεμο, ήταν ήδη υπερδύναμη του ελληνικού κόσμου, ιδιαίτερα ως ναυτική δύναμη. Είχε πρωταγωνιστήσει στη νίκη κατά των Περσών στη Σαλαμίνα, είχε οργανώσει τη Δηλιακή Συμμαχία, είχε εξελίξει τη συμμαχία αυτή σε ναυτική αυτοκρατορία και ασκούσε τεράστια επιρροή στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο της εποχής.

Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι πριν από τον μεγάλο Πελοποννησιακό Πόλεμο υπήρξε ήδη ο λεγόμενος Πρώτος Πελοποννησιακός Πόλεμος, από το 460 έως το 446 π.Χ. Δηλαδή η σύγκρουση Αθήνας και Σπάρτης δεν γεννήθηκε ξαφνικά το 431 π.Χ. Υπήρχε ήδη μακρά περίοδος ανταγωνισμού, καχυποψίας και συγκρούσεων. Επομένως, η απλή εικόνα μιας «ανερχόμενης Αθήνας» και μιας «καθιερωμένης Σπάρτης» δεν αποδίδει πλήρως την πραγματικότητα.

Η Αθήνα και η Σπάρτη εκπροσωπούσαν δύο διαφορετικούς κόσμους. Η Αθήνα ήταν ναυτική, εμπορική, δημοκρατική, ανοιχτή, κοσμοπολίτικη και αυτοκρατορική. Η Σπάρτη ήταν χερσαία, στρατιωτική, ολιγαρχική, πειθαρχημένη, κλειστή και συντηρητική. Η Αθήνα στηριζόταν στη θάλασσα, στα τείχη, στο εμπόριο, στους συμμάχους και στον στόλο. Η Σπάρτη στηριζόταν στον στρατό ξηράς, στην πειθαρχία, στην κοινωνική αυστηρότητα και στη στρατιωτική της παράδοση.

Άρα, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η άνοδος μιας δύναμης. Ήταν η σύγκρουση δύο διαφορετικών πολιτικών, κοινωνικών και γεωστρατηγικών συστημάτων. Αυτό είναι και το πραγματικό δίδαγμα για τη σημερινή εποχή.

Σήμερα, η Κίνα θέλει να παρουσιάσει τον εαυτό της ως ανερχόμενη δύναμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μία παλαιά δύναμη που φοβάται την απώλεια της ηγεμονίας της. Αυτή η εικόνα εξυπηρετεί την κινεζική στρατηγική αφήγηση. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική, τεχνολογική, οικονομική και συμμαχική δύναμη του πλανήτη. Η Κίνα έχει τεράστιες δυνατότητες, αλλά έχει και σοβαρές εσωτερικές προκλήσεις: δημογραφικό πρόβλημα, ενεργειακή εξάρτηση, οικονομικές πιέσεις, χρέος, κοινωνικό έλεγχο και στρατηγική ανασφάλεια.

Και εδώ έρχεται η Ανατολική Μεσόγειος. Η περιοχή μας δεν είναι περιφερειακή. Είναι κεντρική. Η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η ευρύτερη ενεργειακή και ναυτική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου αποτελούν πλέον κομμάτι ενός μεγάλου γεωπολιτικού παζλ. Η θάλασσα, όπως στην εποχή της Αθήνας, παραμένει καθοριστικός παράγοντας ισχύος. Όποιος ελέγχει θαλάσσιες οδούς, ενεργειακούς διαδρόμους, λιμάνια, συμμαχίες και τεχνολογικές υποδομές, αποκτά στρατηγικό βάθος.

Η Ελλάδα, χωρίς να είναι υπερδύναμη, βρίσκεται σε χώρο υπερδυνάμεων. Βρίσκεται εκεί όπου συναντώνται η Ευρώπη, η Μέση Ανατολή, η Βόρεια Αφρική και η Μαύρη Θάλασσα. Η Κύπρος, επίσης, δεν είναι απλώς ένα μικρό νησί. Είναι στρατηγικός κόμβος.

Σε μία εποχή όπου η Τουρκία προσπαθεί να εμφανιστεί ως αναθεωρητική δύναμη, η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το λεγόμενο σχήμα 3+1 δεν είναι απλώς διπλωματική άσκηση. Είναι μια νέα αρχιτεκτονική σταθερότητας.

Επομένως, η «Παγίδα του Θουκυδίδη» δεν πρέπει να μας απασχολεί μόνο ως αμερικανοκινεζικό ζήτημα. Πρέπει να μας διδάσκει πώς γεννιούνται οι συγκρούσεις όταν ο φόβος, η φιλοδοξία και η λανθασμένη εκτίμηση κυριαρχούν στη σκέψη των ηγετών.

Πρέπει επίσης να μας υπενθυμίζει ότι η θάλασσα, η ισχύς, οι συμμαχίες και η στρατηγική διορατικότητα παραμένουν τόσο σημαντικές σήμερα όσο ήταν και στην κλασική αρχαιότητα.

Η μεγάλη διαφορά είναι ότι σήμερα οι πόλεμοι ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις δεν μπορούν να περιοριστούν όπως στην αρχαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα είναι πυρηνικές δυνάμεις. Η οικονομία τους συνδέεται με ολόκληρο τον κόσμο. Μία στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ τους δεν θα ήταν απλώς ένας νέος Πελοποννησιακός Πόλεμος. Θα ήταν παγκόσμια καταστροφή.

Το πραγματικό μάθημα του Θουκυδίδη δεν είναι ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Το μάθημα είναι ότι ο φόβος, η αλαζονεία, η καχυποψία και η κακή ηγεσία μπορούν να κάνουν τον πόλεμο πιθανό. Η Αθήνα είχε λάμψη, δύναμη, πολιτισμό και ναυτική υπεροχή, αλλά είχε και υπεροψία. Η Σπάρτη είχε πειθαρχία, στρατιωτική αρετή και κύρος, αλλά είχε και φόβο. Και όταν η υπεροψία συναντά τον φόβο, η ιστορία γίνεται τραγωδία.

Γι’ αυτό η αναφορά του Σι στον Θουκυδίδη πρέπει να ληφθεί σοβαρά, αλλά όχι άκριτα. Ναι, οι Κινέζοι γνωρίζουν πώς να χρησιμοποιούν την ιστορία ως εργαλείο διπλωματίας. Ναι, η αρχαία ελληνική σκέψη εξακολουθεί να φωτίζει τον σύγχρονο κόσμο. Αλλά η σύγκριση δεν είναι απόλυτα ακριβής. Η Αθήνα δεν ήταν απλώς ανερχόμενη δύναμη. Ήταν ήδη ναυτική υπερδύναμη. Η Σπάρτη δεν ήταν απλώς αμυντική δύναμη. Ήταν ένα διαφορετικό σύστημα ισχύος, που ένιωθε ότι απειλείται υπαρξιακά.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Αμερική και η Κίνα είναι καταδικασμένες να επαναλάβουν την ιστορία της Αθήνας και της Σπάρτης. Το ερώτημα είναι αν οι ηγέτες του σήμερα έχουν την παιδεία, τη σοφία και τη στρατηγική ψυχραιμία να μελετήσουν την ιστορία χωρίς να γίνουν αιχμάλωτοί της. Διότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Οι άνθρωποι, όμως, συχνά επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη.

  • Ο Δρ. Πάνος Σταυριανίδης είναι επιχειρηματίας – Δρ. πολιτικής κοινωνιολογίας
-Advertisement / Διαφήμιση-

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.