Γράφει η δρ Μαρία Ν. Αγγέλη *, **

Θέρος Θερισμός — Θέρισμα : Με την ονομασία αυτή ήταν γνωστή η εργασία εκείνη κατά την οποία οι γεωργοί έκοβαν, θέριζαν τα σιτεμένα στάχυα των δημητριακών, του σιταριού κυρίως, και στη συνέχεια αφού τα συνέλεγαν, τα μετέφεραν στο αλώνι, τα αλώνιζαν κι έπαιρναν τον ευλογημένο καρπό, το σιτάρι κ.ά.

Aπό τα χρόνια του Ομήρου μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα ο θερισμός ήταν μια κουραστική και χρονοβόρα διαδικασία: «Κι έβαζε ακόμα χτήμα απάνω τον βασιλικό, κι αργάτες θέριζαν, κοφτερά στα χέρια τους φουχτώνοντας δρεπάνια· άλλα χερόβολα σωριάζονταν στο χώμα αράδα αράδα κι άλλα τα δέναν με ασταχόσκοινα γερά οι δεματιαστάδες· κι ήτανε τρεις που τα δεμάτιαζαν, και πίσω τους αγόρια τρέχαν, μάζευαν τα χερόβολα, στην αγκαλιά τα παίρναν, και τα ’διναν πιο πίσω…
Κάπου πιο πέρα οι κράχτες σύνταζαν κάτω από δρυ το γιόμα· βόδι τρανό είχαν σφάξει κι έψηναν με προθυμία, κι οι δούλες σωρό το αλεύρι το άσπρο εζύμωναν, να φαν οι θεριστάδες».

(Ομήρου Ιλιάς Σ, στ. 550-556 και 558-560. Μετάφραση: Ι. Κακριδή – Ν. Καζαντζάκη)

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος», λέει ο λαός όταν απαιτείται μεγάλη και συλλογική προσπάθεια. Και τα τρία θέλουν ξεσηκωμό, επιστράτευση. Ο θέρος ήταν μια βασανιστική εργασία. Όλη μέρα κάτω από το λιοπύρι. Οι γυναίκες με τα τσεμπέρια κι οι άντρες με τα καπέλα έχυναν ποτάμι ιδρώτα μέχρι να μπει το σιτάρι στο αμπάρι του σπιτιού. Η κούραση απαλύνονταν κάπως με τραγούδια και αστεϊσμούς… Η καλή σοδειά χαροποιούσε τους ανθρώπους του μόχθου.

  «Θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχή κι ένοιωθε ότι είχε λύσει  όλα του τα προβλήματα, ο οικογενειάρχης που κατάφερνε να εξασφαλίσει το ψωμί της χρονιάς από τη σπορά του. «Έβαλα τη φαούρα μου», έλεγε και πλημμύριζε από ευτυχία», σημειώνει ο ξηρομερίτης λαογράφος Γερ. Παπατρέχας.

  Κατά τον Ιούνιο μήνα άρχιζε ο θερισμός των σιτηρών. Γι’ αυτό ο μήνας αυτός λέγεται και Θεριστής. Από πολύ πρωί ξεκινούσαν οι θερίστριες κυρίως, και οι θεριστάδες για το θέρο. Η παροιμία «όσο βοηθάει η νύχτα κι η αυγή, ούτε πατέρας ούτε αδερφή», δηλώνει πόσο σημαντική είναι η αυγή ή η νύχτα για το θερισμό. Η  δροσιά αυτές τις ώρες συντελεί στην ευκολότερη διαδικασία της εργασίας…

   Εργαλεία του θερισμού: στην προμηχανική καλλιέργεια, όταν δεν υπήρχαν οι θεριστικές μηχανές, ο θερισμός γινόταν με ένα απλό εργαλείο, το δρεπάνι. Αυτό το εργαλείο έγινε το σύμβολο του μόχθου της αγροτιάς. Άλλα εργαλεία του θερισμού ήταν η παλαμαριά και η δαχτυλήθρα.

Παλαμαριά ήταν ένα «ξύλινο γάντι» που προστάτευε από τα τρυπήματα των αγάνων και των αγκαθιών, από δαγκώματα φιδιών ή από χτυπήματα και κοψίματα με το κοφτερό δρεπάνι. Τη φορούσαν συνήθως στο αριστερό χέρι με το οποίο έπιαναν τα στάχυα για θερισμό. Δαχτυλήθρα ήταν επίσης ξύλινο εργαλείο που εφαρμόζονταν στα δάχτυλα για προστασία.

Ο μελετητής της γεωργικής ζωής της Ρούμελης, Δ. Λουκόπουλος γράφει:«Στη Ρούμελη σπανιώτατα να ιδής γυναίκα να πιάση αλέτρι και να κανη χωράφι. Το κάμωμα και το σπάρσιμο είναι αντρίκειες δουλειές, και σχεδόν μόνο άντρες τις κάνουν. Ιδίως όταν το χωράφι είναι παχύ και πλούσιο σε χώμα, μόνο ανδρικά χέρια είναι εκείνα που μπορεί να το δαμάσουν… Εξάλλου, όπως είναι σπάνιο να ιδής γυναίκα να οδηγή βόδια ζεμένα στο ζυγό, το ίδιο σπάνιο είναι να ιδής κι άντρα στη Ρούμελη να σκύβει να θερίζη τα στάχυα του σιταριού. Το θέρισμα είναι γυναικεία δουλειά, σε γυναίκας  χέρια πρέπει το αλαφρό δρεπάνι, όπως το εναντίο, σ’ αντρικά χέρια αρμόζει η αλετρονουρά».

Η θερίστρια γυναίκα παίρνει τον «όργο»  της, αδράχνει με την αριστερή χούφτα της όσα στάχυα μπορεί και με το δρεπάνι που κρατάει στο δεξί χέρι  τα κόβει (βλέπετε φωτογραφία). Αφήνει κάτω τη χεριά αυτή και συνεχίζει την ίδια διαδικασία. Απιθώνει πέντε έξι χεριές στο χώμα. Μετά βάζει το δρεπάνι στον ώμο της και με τα δυο χέρια χουφτώνει τις κομμένες χεριές. Τραβάει τέσσερα-πέντε στάχυα, τα πιο μακριά, τα ακουμπάει στο γόνα και πάνω ακουμπάει και όλα τα στάχυα και τα δένει. Έτσι σχηματίζεται το χερόβολο, το οποίο τοποθετεί στο χώμα.

Από την παιδική ηλικία τα κορίτσια μάθαιναν την τεχνική του θερισμού. Έπιαναν το δρεπάνι και έκαναν τα «χειροβολάκια», όπως αφηγείται η υπερήλικη  ξηρομερίτισσα Σοφία Λαϊνά, από τον Πρόδρομο. Ας την «ακούσουμε»:

«Από δέκα χρονών θέρ(ι)ζα καμάρι μ’! Ο πατέρας μ’ κι η μάνα μ’ πάηνανε στο λάκκο για θέρο κι εμένα με μια αδερφούλα μ’, οχτώ χρονών εκείνη, μας έστελνανε στ(η)ν Αγία Παρασκευή για θέρο. Στ(η)ν αδερφή μ’ είχα δώσει ένα μαχαιράκι να κόβει κι αυτήνη, ήτανε μικρή,  τι να κόψει; Θέρζαμε με το δρεπάνι. Έπιανες μια χερούλα νέκοβες, να κι παραπέρα, κι παραπέρα έφκιανες ένα χειροβολάκι. Μετά, πέντε χειρόβολα έφκιαναμε το δεμάτι. Το μεσημέρ’ πάμε κάτ’ στην καλυβούλα μας. Λέει ο πατέρας μ: Σοφία πόσα έκοψες; Τριανταπέντε δεμάτια, λέω! Μπράβο Σοφία! Από μικρή, τι δουλειά έχω κάνει… Κάμα, έβραζε ο τόπος απ’ τον ήλιο! Πάηναμε λίγο θαμπά, μην μας πάρ’ το κάμα. Ημείς έμεναμε εκεί, στ’ Ρούστα το καλοκαίρ’. Κι είχαμε και μποστάνια εκεί πέρα. Γένοντανε ωραία. Κι ανάμεσα απ’ τ’ς πεπονιές  είχαμε κουμουντουράκια (=ντοματάκια) κι κοκκίνιζε ο τόπος. Έκοβαμε σαλατούλα κι ήτανε πεντανόστ(ι)μα αυτά…».[Προφορική αφήγηση Σοφίας Λαϊνά, 93 ετών, 18-6-2022].

Το λιοπύρι του καλοκαιριού καθιστά ιδιαίτερα κουραστική τη εργασία του θερισμού. Οι γυναίκες με τις άκρες των μαντηλιών τους σκουπίζουν τον ιδρώτα από το πρόσωπό τους και συνεχίζουν το θέρο. Πρέπει να μαζευτεί ο ευλογημένος καρπός.

Με κουβέντες, αστεία και με τραγούδια αλαφρύνουν κάπως τον μόχθο της εργασίας. Καθώς η μέρα προχωρούσε, η ζέστη δυνάμωνε κι ο ιδρώ­τας έσταζε από τα πρόσωπα, ενώ τα «αγάνια», τα άγανα (οι βελονοειδείς άκρες του σταχυού) γρατσούνιζαν τα χέρια. Όλη την ώρα ακουγόταν ο μεταλλικός ήχος των δρε­πανιών πάνω στην καλαμιά…

Οι άνδρες περνούσαν στη συνέχεια για να δέσουν  πέντε – οχτώ χερόβολα, ανάλογα, να κάνουν το δεμάτι. Έπειτα με τα δεμάτια θα κάνουν τη θημωνιά για το αλώνισμα…

 Πολλά δημοτικά τραγούδια αναφέρονται στο θέρο. Τα θέματα τους ήταν παρμένα από τα βάσανα και τις πίκρες της αγροτικής ζωής, την αγάπη και τον έρωτα, την εργασία κ.ά. « Ήλιε μου, ήλιε χρυσοήλιε μου, που κάνεις το χωράφι να γεμίζει από χρυσάφι…», ήταν ένα τραγούδι που τραγουδούσαν οι γυναίκες θερίζοντας.

 Το μεσημέρι η ζέστη είναι ανυπόφορη και γίνεται ένα διάλειμμα για να ξεμεσημεριάσουν οι θερίστριες και οι θεριστάδες. Στον ίσκιο ενός δέντρου στρώνεται το φτωχικό τραπέζι και εκεί γέρνουν για λίγο τα κουρασμένα κορμιά τους. Ένα δροσιστικό φαγάκι που  βοηθούσε τους κουρασμένους ανθρώπους ήταν «η ζούπα». Παρασκευάζονταν με ψωμί, νερό, αλάτι, ξίδι, λάδι και σκόρδο. Η Σοφία Λαϊνά  μου έδωσε τη συνταγή με το δικό της μοναδικό τρόπο: «Πάηναμε στο χωράφι κι έπαιρναμε νερό νάχουμε. Δίψαγαμε, έκανε κάμα. Έτρωγαμε τότε ζούπα. Ξέρεις τι είναι η ζούπα; Σε μια πήλινη γαβάθα, έβαναμε νερό κι μούσκευαμε το ψωμάκι, κι έρχναμε αλατάκι, ξίδι, κι σκόρδα, ένα δυο λουβιά σκόρδα. Άμα δεν είχε σκόδρο δεν ήτανε νόστιμο. Κι τότρωγαμε, ήτανε ωραίο. Ακούς Μαρία, τόφκιασα κι τώρα νια φορά, κι ακούς δε μ’ άρεσε, δε μπόργα να το φάω. Κι λέω πώς τότρωγαμε τότε. Σαγκείχαμε κι τίποτ’ άλλο εκεί στο θέρο;».

Απορεί η γυναίκα, πώς έτρωγαν τότε τη ζούπα. Μάλλον η εξαντλητική εργασία σε συνδυασμό με το κάμα του καλοκαιριού έκαναν τη ζούπα επιθυμητή, γιατί δρόσιζε τους εξαντλημένους ανθρώπους.

Ο θερισμός μετά συνεχιζόταν μέχρι να βραδιάσει… «Από ήλιο σε ήλιο» δούλευαν οι αγρότισσες και οι αγρότες κάποτε. Αρκετές φορές, όταν είχε φεγγάρι, θέριζαν και τη νύχτα. «Νυχτοθέρια» ονομάζονται αυτά τα θερίσματα. Η δροσιά της νύχτας και η φεγγαράδα κάνουν πιο αποδοτική την εργασία…

Ένα δημοτικό τραγούδι υμνεί τις «ασπρομάντιλες νεράιδες», τις γυναίκες με τα άσπρα μαντίλια, που θερίζουν μέσα στο λιοπύρι του Ιουνίου:

Με του καιρού το γύρισμα τ’ όνειρο θ’ αληθέψει

Στις καλαμιές, απόγυρτες απ’ τα βαριά τα στάχυα,

νεράιδες ασπρομάντιλες διαβαίνουν οι θερίστρες.

Τ’ ανάλαφρα ασπρομάντιλα, σφιγμένα με τα δόντια,

φυλαχτά απ’ το λιόκαμα τις όψες αποκρύβουν

και δείχνουν τα ματόφρυδα, κοράκια μες το χιόνι.

Κι η μάνα, αποκοιμίζοντας στ’ απόσκιο το παιδί της, […]

στρώνει στεγνό, αμαγείρευτο, της αργατιάς το δείπνο… 

Ένα άλλο δημοτικό τραγούδι αναφέρεται στη νέα θερίστρια που είναι έγκυος και όμως βρίσκεται στο χωράφι και κοιλοπονάει με το δρεπάνι στο χέρι. Αναφέρονται περιπτώσεις γυναικών που γεννούσαν στο χωράφι, αποκαμωμένες από την κούραση και χωρίς καμία ιατρική φροντίδα.

Παπαδοπούλα θέριζε σ’ ένα δασύ κριθάρι

Έργους, έργους το πάινε, έργους κοιλοπονάει.

Η μάνα της τη ρώτησε, η μάνα της της λέει:

-Τ’ έχεις, κόρη μ’, και στέκεσαι, και δε βαρείς δρεπάνι;

-Εγώ, μάνα μου, δε μπορώ, κι δε μπορώ θερίσω.

-Γιατί, κόρη μου, δε μπορείς και δε μου λες κι μένα;

-Μάνα μου, σα με ρώτησες, θελά στο μολογήσω.

Νεγώ, μάνα μ’, κοιλοπονώ να γίνη το παιδί μου.

Στο θέρισμα ορισμένοι μεγαλο-καλλιεργητές προσλάμβαναν και εργάτριες/εργάτες. Το μεροκάματο κρατούσε από τα χαράματα μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Κι οι θερίστριες/θεριστάδες αποκαμωμένοι από την κούραση τις απογευματινές ώρες, παρακαλώντας το ήλιο να βα­σιλέψει γρήγορα, σιγοτραγουδούσαν:

«Ήλιε μ’ τι αργοπόρησες, τι αργείς να βασιλέψεις;
σε καταργιέται η αργατιά απού ξενοδουλεύει».

Θυμάμαι, τώρα που γράφω αυτές τις λίγες γραμμές για τις θερίστριες, μια βιωμένη εμπειρία της μάνα μου, που μας αφηγούνταν κάποιες φορές. Όταν ήταν νέα κοπέλα είχαν πάει με μια ξαδέλφη της εργάτριες σε θέρο στην τοποθεσία Βρίστιανα. Εκεί κάποτε καλλιεργούνταν σιτηρά. Μέσα στο κάμα του Ιούνη και στην κούραση του θερισμού είχε την κακή τύχη να αρρωστήσει. Ανέβασε πυρετό και ενώ έπρεπε να επιστρέψει στο χωριό (Μαχαιρά) να «γιατροπορευτεί», εκείνη προτίμησε να παραμείνει και να συνεχίσει το θέρισμα. Η αδήριτη ανάγκη του μεροκάματου υπερίσχυσε της ανάγκης για προστασία του εαυτού της. Η μάνα είχε μεγαλώσει στην «αρφάνια» και στη φτώχεια. Γι αυτό έδινε μεγάλη σημασία στο ημερομίσθιο, στο «μεροδούλι», όπως έλεγε, και στην εργατικότητα γενικότερα. Και δεν ήταν η μοναδική περίπτωση η μάνα. Οι γυναίκες και οι κόρες των φτωχών οικογενειών «κυνηγούσαν το μεροκάματο», απαραίτητο για την επιβίωσή τους.

Αργά το βράδυ επέστρεφαν από το θέρο οι δουλευτάδες κατάκοποι στα σπίτια, για να φάνε κάτι και να γείρουν να ξεκουραστούν. Οι γυναίκες βέβαια είχαν να φροντίσουν τις δουλειές του νοικοκυριού…

Ο παραδοσιακός τρόπος θερισμού παρέμεινε μέχρι την είσοδο των θεριστικών και θεριζοαλωνιστικών μηχανών στη γεωργία κατά τη δεκαετία του 1960. Η εκμηχάνιση απάλλαξε τους αγρότες και τις αγρότισσες από τη χρονοβόρα και κουραστική αυτή εργασία. Τα δρεπάνια κρεμάστηκαν στις αποθήκες ή βρήκαν μια θέση στα λαογραφικά μουσεία…

Σήμερα πια στο Ξηρόμερο δε σπέρνουν σιτηρά. Οι γυναίκες δε θερίζουν, δε ζυμώνουν το ψωμί όπως παλιά. Το προμηθεύονται από τους φούρνους της περιοχής…

  • Η Μαρία Ν. Αγγέλη γεννήθηκε στα Βλυζιανά Ξηρομέρου. Μεγάλωσε στο Μαχαιρά Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών.
  • Είναι Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα της επικεντρώνονται σε θέματα Κοινωνικής Λαογραφίας. Είναι ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Έρευνας Τοπικής Ιστορίας και Πολιτισμού Αιτωλοακαρνανίας (ΚΕ.Τ.Ι.ΠΟ.ΑΙ.). Είναι μέλος της Ένωσης Προφορικής Ιστορίας (Ε.Π.Ι.), με έδρα το Βόλο. Είναι Yπεύθυνη Παιδείας του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη με έδρα τη Γενεύη και Πρόεδρος της Τοπικής Επιτροπής (Δ.Ε.Φ.Ν.Κ.) νομού Αιτωλοακαρνανίας. Άρθρα της δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο και σε επιστημονικά περιοδικά, με θέματα: εκπαιδευτικά, κοινωνικά, λαογραφικά, ταξιδιωτικά κ.λπ.

e-mail: agelimaria@yahoo.gr

-Advertisement / Διαφήμιση-

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.