Ο καθηγητής, επίτιμος κοσμήτορας και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Έδρας Ελύτης στο Rutgers University, Δρ. Θωμάς Παπαθωμάς στις 22 Οκτωβρίου 2025, την επόμενη της εκδημίας του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, στιχουργού και ερμηνευτή Διονύση Σαββόπουλου ανήρτησε στον προσωπικό του λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το δικό του «Γράμμα στον Διονύση Σαββόπουλο».
Πρόκειται για μια κατάθεση ψυχής και μια εξομολόγηση για την επιρροή που είχε ο αείμνηστος σε τρεις γενιές Ελληνοαμερικανών και συγκεκριμένα, στον ίδιο και στην γυναίκα του, στα παιδιά του και στα εγγόνια του.
Οι φίλοι και οι ακόλουθοι που το μελέτησαν συγκινήθηκαν και δεν ασχολήθηκαν ως συνήθως με την αποστολή καρδούλων και «like» ή και με σύντομα σχόλια.

Επικοινώνησαν με τις «Αναμνήσεις» και μας ικέτευσαν να το συμπεριλάβουμε στην στήλη των Επιστολών, διότι έχει προστιθέμενη αξία και το πιο σημαντικό εξέφραζε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και τα δικά τους συναισθήματα.
Όταν το μελέτησα διαπίστωσα ότι το γράμμα αυτό έχει και κάποιες άλλες αξίες που από πολλούς πιθανόν να πέρασαν απαρατήρητες.
Και μια από αυτές είναι η δύναμη του τραγουδιού, του χορού και γενικότερα του ελληνικού πολιτισμού στην εξοικείωση των παιδιών μας και εγγονιών μας με την ελληνική γλώσσα και με την γαλούχησή τους με τις αρετές της φυλής μας.
Παραθέτουμε στην κρίση του ευρύτερου κοινού το γράμμα του Δρα Θωμά Παπαθωμά στον Διονύση Σαββόπουλο:
Χθες έφυγες από τη ζωή, Διονύση.
Σήμερα από το πρωί που ξύπνησα ακούω τραγούδια σου στο YouTube και τα έστειλα με μήνυμα σε πολλούς σαν κεράκια για μνημόσυνο.
Ήθελα να σε πω «Νιόνιο», όπως σε λέγανε οι φίλοι σου. Όμως νόμιζα ότι δεν θα μας έφευγες τόσο γρήγορα και ότι, όπου νά ’ναι, θα σου έστελνα δύο πράγματα που ετοίμαζα να σου στείλω εδώ και χρόνια για να γίνουμε φίλοι και να σε πω «Νιόνιο» επιτέλους.
Πριν όμως σου πω για αυτά τα δύο πράγματα, θέλω να ξέρεις ότι για μένα ήσουν ένας πάρα πολύ καλός φίλος που με συντρόφευε όλα αυτά τα χρόνια, ιδιαίτερα από τότε που ήρθα στην Αμερική το 1967 και ρίζωσα – άλλη ιστορία αυτή. Την μούρλια μου για τα τραγούδια σου την πέρασα και στην γυναίκα μου την Γεωργία – καλά, ήταν ήδη «γκρούπυ» σου – και στα δύο παιδιά μου, την Γαλάτεια και τον Βεργίλιο, που τώρα είναι γύρω στα 40.
Τα παιδιά με άκουγαν που τραγουδούσα την «Συννεφούλα», την «Ωδή στον Καραϊσκάκη» το «Φύσα αγέρι» και νόμιζα ότι δεν καταλάβαιναν και πολλά· ήταν μικρά ακόμα να σε καταλάβουν, νόμιζα λανθασμένα. Και μετά, στις καλοκαιρινές μας διακοπές, ήίμασταν τυχεροί που σε είδαμε και οι τέσσερις στο Ρωμαϊκό Ωδείο στην Πάτρα το 1989 στην μαγική συναυλία σου. Όλο το καλοκαίρι παίζαμε και τραγουδούσαμε στο αυτοκίνητο στις μακρινές διαδρομές στην Ελλαδα τραγούδια απ’ «Το κούρεμα» που ήταν φρέσκα από την συναυλία.
Και δώστου καινούργια τραγούδια και εκπομπές και βιβλία και εκδόσεις… και το «Σιγά! Η Πατρίδα Κοιμάται» που το χρησιμοποίησα σαν μουσική επένδυση για ένα βίντεο με τρισδιάστατες οφθαλμαπάτες στην δουλειά μου χωρίς να σε ρωτήσω…
Σήμερα έγραψα στην οικογένεια και στενούς φίλους μηνύματα και επισύναψα συνδέσμους στα τραγούδια σου στο YouTube. Ένα από τα μηνύματα:
«Κάθε φορά που γιορτάζαμε στο ελληνικό σχολείο την 25η Μαρτίου και μ’ έπιανε συγκίνηση που έβλεπα την Γαλάτεια και τον Βεργίλιο στην σκηνή, θυμόμουνα το ‘Τσάμικο’ του Σαββόπουλου:
‘… κι’ από την έρμη την απόσταση παίρνει υπόσταση κάθε γιορτή μου’ »
Πρέπει να σε σημάδεψε κι’ εσένα η ξενιτειά για να βγάλεις τόσο δυνατούς στίχους.
Νά τι μου απάντησε η κόρη μου γι’ αυτό: «Μπαμπά, αυτοί ακριβώς οι στίχοι έρχονται στο μυαλό μου σε κάθε εκδήλωση – παρέλαση, σχολείο…» Η ανταπάντησή μου:
«Αυτό σημαίνει πολλά για μένα. Μου λέει ότι τα παιδιά μου είναι Έλληνες κατά βάθος… και είναι τέτοιες στιγμές που συνειδητοποιείς τη δύναμη και την αξία της μουσικής και της τέχνης γενικότερα.»
Η Γαλάτεια συνέχισε το μήνυμα: «Το ‘Ζεϊμπέκικο’ το ακούσαμε μαζί με τον Τέντυ [τον μεγάλο (7χρονο) εγγονό μου] σήμερα το πρωί όπως τον οδηγούσα στο σχολείο. Το αγαπημένο του είναι η ‘Συννεφούλα’. Τον Χαρούλη τον καημένο, σαν δεύτερο παιδί [4χρονο], δεν του έχουμε μάθει κανένα τραγούδι!» Σκέψου, ρε Διονύση/Νιόνιο, τα τραγούδια σου αγγίζουν εγγόνια ξενιτεμένων!
Άσε που ο γιος μου άκουγε τραγούδια σου όλη τη εβδομάδα πριν μας αφήσεις. Λες και του δειχνότανε ότι θα ξεψυχούσες… Τον ρώτησα: “Τι σ’ αρέσει στα τραγούδια του;” Μου λέει, “Η μουσική τους· και τα λόγια είναι λίγο πρωτότυπα και παράξενα, αλλά ωραία.” Και μετά που έφυγες, μου απάντησε στο μήνυμά μου: «Παίζω συχνά τη μουσική του. Λυπάμαι που έφυγε… Ονειρευόμουνα να τον ξανασυναντήσω και να τον ευχαριστήσω και να τραγουδήσουμε μαζί το ‘Μη Μιλάς Άλλο γι’ Αγάπη’ (το αγαπημένο μου τραγούδι όλων των εποχών). Είμαστε πολύ πολύ τυχεροί που τον συναντήσαμε εκείνη την φορά στο αεροδρόμιο στην Αθήνα στο σαλόνι της ‘Ολυμπιακής’.» Και τελειώνει με το:
«… κι όσοι κρατούν φιλίες
από το εξήντα πέντε
δώδεκα παρά πέντε
έχω κάτι να τους πω
αουντουαντάρια, αουνταριά
θ’ ανταμωθούν ξανά»
Α, βέβαια, μου θύμισε ότι κάπου στην δεκαετία του 1990 ανταμωθήκαμε από κοντά στο αεροδρόμιο! Η Γεωργία και τα παιδιά καθίσανε και τα είπανε μαζί σου για αρκετά λεπτά. Εγώ έτρεχα για κάτι χαρτιά και έφτασαστο τέλος, ενώ έφευγες. «Μπαμπά, πού ήσουνα; Σε περιμένουμε πώς και πώς» Ξαφνιάστηκα που σε είδα φάντη-μπαστούνι και ψέλλισα δυό λόγια. Ειλικρινά σου λέω, Νιόνιο/Διονύση μου, ακόμη και σήμερα χτυπάω το κεφάλι μου που δεν σε αγκάλιασα αυθόρμητα να σου πω πόσο πολύτιμος ήσουν για μένα.
Τόσο πολύτιμος που, όταν τα παιδιά μου μαθαίνανε χορούς στο ελληνικό σχολείο, έπεισα τον νεαρό χοροδιδάσκαλο να χορέψουν τσάμικο στην γιορτή της 25ης Μαρτίου με μουσική το δικό σου το «Τσάμικο». Ετοίμασα την βιντεομηχανή με καινούργια κασέτα και ήμουν έτοιμος να σου στείλω την κασέτα που θα έβγαζα. Μετά τόση προσπάθεια και προετοιμασία, η βιντεομηχανή κομπλάρισε. Η κασέτα βγήκε χάλια. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που δεν αξιώθηκα να σου στείλω. Έπρεπε να την είχα στείλει, κουτσή-στραβή… Να δεις ξενιτεμένα Ελληνόπουλα σε παραδοσιακό χορό με την μουσική σου!
Το δεύτερο πράγμα που δεν σου έστειλα ήταν μια εργασία της κόρης μου στο Πανεπιστήμιο το 2004. Έπαιρνε ένα μάθημα στο Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών στο Rutgers και ο Μαρίνος Πουργούρης, ο καθηγητής τους, τους έβαλε να γράψουν μια εργασία για την σύγχρονη Ελληνική κουλτούρα με θέμα της αρεσκείας τους. Η Γαλάτεια διάλεξε να γράψει για σένα με τίτλο «Ο Αληθινός Σύγχρονος Έλληνας» (“The True Modern Greek”). Μιά πολυσέλιδη εργασία που με εντυπωσίασε και την καμάρωσα. Αμέσως σκέφτηκα να σου την στείλω· αλλά πρώτα, είπα ο βλάκας, θα την σουλουπώσω διορθώνοντας μικρολαθάκια και βάζοντάς την σε ευανάγνωστο σχήμα. Νόμισα ότι θα ζούσες για πάντα… Θα την ξαναδιαβάσω σε λίγο για σένα, Νιόνιο μου!
Σε ασπάζομαι,
Θωμάς/Μάκης Παπαθωμάς
Υ.Γ. Δεν χρησιμοποίησα Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ/ΑΙ) στην σύνταξη αυτού του γράμματος γιατί ήθελα να είναι ολοδικό μου.
,










