
Αξιότιμε, κ. διευθυντά,
Η ίδια η ιδέα ότι ένας πρόεδρος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για να διαπραγματευθεί ή να ευλογήσει έναν συμβιβασμό προς όφελος όσων συμμετείχαν στην επίθεση της 6ης Ιανουαρίου, πλήττει τον ίδιο τον πυρήνα της συνταγματικής ηθικής. Ακόμη κι αν περιβληθεί με νομικές τυπικότητες, μια τέτοια διευθέτηση εγείρει αναπόφευκτα βαθιά ερωτήματα περί σύγκρουσης συμφερόντων, κατάχρησης εξουσίας και θεσμικής παρακμής.
Η εισβολή στο Καπιτώλιο των Ηνωμένων Πολιτειών δεν υπήρξε απλώς μια ακόμη πολιτική διαμαρτυρία που ξέφυγε από τον έλεγχο. Υπήρξε επίθεση εναντίον του συμβολικού και συνταγματικού κέντρου της αμερικανικής δημοκρατίας. Αστυνομικοί δέχθηκαν επιθέσεις, βουλευτές και γερουσιαστές έτρεχαν να σωθούν, ενώ η ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας —ο ιερός ακρογωνιαίος λίθος της Δημοκρατίας— τέθηκε υπό άμεση απειλή. Για πολλούς Αμερικανούς, εκείνα τα γεγονότα δεν αποτέλεσαν απλώς εγκληματικές πράξεις, αλλά έναν εθνικό εξευτελισμό που μεταδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, κάθε προσπάθεια της εκτελεστικής εξουσίας να δημιουργήσει αυτό που οι επικριτές χαρακτηρίζουν ως οικονομικό «ταμείο εξυπηρετήσεων» υπέρ των συμμετεχόντων ή των συμμάχων της 6ης Ιανουαρίου, μοιάζει λιγότερο με αμερόληπτη διακυβέρνηση και περισσότερο με πολιτική αυτοπροστασία. Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται μόνο στα χρήματα αυτά καθαυτά, αλλά και στο προηγούμενο που δημιουργείται: ότι μελλοντικοί ηγέτες θα μπορούν να χρησιμοποιούν το Υπουργείο Δικαιοσύνης όχι ως ανεξάρτητο θεματοφύλακα του νόμου, αλλά ως εργαλείο επιβράβευσης πιστών οπαδών και αποκατάστασης πολιτικών συμμάχων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, συνεπώς, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια δοκιμασία που υπερβαίνει τις λεπτομέρειες οποιουδήποτε συμβιβασμού. Αντιμετωπίζει το ερώτημα κατά πόσον οι συνταγματικές αρχές εξακολουθούν να θέτουν όρια στην εξουσία. Αν εξακολουθεί να υπάρχει κάποια ουσιαστική αρχή κατά της ιδιοτελούς άσκησης εξουσίας και της εκτελεστικής αυθαιρεσίας, τότε το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν τέτοιες ενέργειες παραβιάζουν το πνεύμα —αν όχι και το γράμμα— της ισότητας όλων απέναντι στον νόμο.
Αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μία νομική διαφορά. Είναι η ίδια η αξιοπιστία των αμερικανικών θεσμών. Οι δημοκρατίες σπανίως καταρρέουν μέσα σε μία δραματική στιγμή· διαβρώνονται σταδιακά, όταν οι πολίτες αρχίζουν να πιστεύουν ότι η εξουσία προστατεύει τους δικούς της, ενώ τα κοινά μέτρα δικαιοσύνης δεν εφαρμόζονται πλέον ισότιμα σε όλους. Και όταν χαθεί η πίστη στην αμερόληπτη δικαιοσύνη, η αποκατάστασή της καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.
Η Ιστορία δεν θα κρίνει αυτή την εποχή απλώς με βάση κομματικές νίκες ή εκλογικά αποτελέσματα. Θα την κρίνει με βάση το αν οι αμερικανικοί θεσμοί αποδείχθηκαν αρκετά ισχυροί ώστε να υπερασπιστούν τις δημοκρατικές αρχές τη στιγμή που αυτές δοκιμάστηκαν πιο σκληρά από ποτέ.
Μετ’ εκτιμήσεως
Μανώλης Βεληβασάκης,
εκ των υστέρων Φιλόσοφος.









