B’ Παγκόσμιος Πόλεμος – Αποδράσεις από τα Ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα – 2ο (Also inEnglish)

0
Με τη φόρα που πήγαινε η βάρκα, βγήκε η μισή πάνω στην άμμο. With the speed the rowboat was going, it was half out on the sand.

Με αυτό το 2ο δημοσίευμα συνεχίζουμε την καταγραφή αποδράσεων από τα Ιταλοκρτούμενα Δωδεκάνησα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως το κατέγραψε ο Μανόλης Μακρής.

Όσο υπάρχει ακόμη καιρός

Για να μπορέσουν οι Δωδεκανήσιοι να δουλέψουν στα κυβερνητικά έργα οι Ιταλοί τους υποχρέωσαν να γραφτούν στο Dopolavoro, και όταν άρχισε ο πόλεμος διαδόθηκε ότι όσοι είχαν γραφτεί θα τους έπαιρναν οι Ιταλοί στον στρατό. Αρκετοί Ολυμπίτες, μεταξύ των οποίων οι Κωστής Βασιλαράκης, Βασίλης Ορφανός και οι αδελφοί Γιάννης και Βασίλης Ν. Καρανικόλα, αποφάσισαν να δραπετεύσουν στην Ελεύθερη Ελλάδα, όσο υπήρχε ακόμη καιρός. Σχεδίαζαν, με πρώτη ευκαιρία, να φύγουν από τον Τρίστομο με προορισμό την Κρήτη.

Πέρασε η γιορτή του Πανορμίτη, έφυγε ο κόσμος και αυτοί περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία. Έβαλαν στο μάτι τη βάρκα του Μηνά Φουντή αλλά αυτός κάτι θα υποψιάστηκε, καθόταν πάνω στο καντούνι και τους έβλεπε. Αποφάσισαν να πάρουν τη βάρκα του Γιούτλου, ήταν λίγο μικρή αλλά δεν είχαν και άλλη επιλογή.

Μεσάνυχτα την ημέρα του Αγίου Μηνά ξεκίνησαν από τον Τρίστομο. Πήραν μαζί τους λίγα φαγώσιμα και έναν τενεκέ νερό, πίστευαν να τους φτάσουν μέχρι να πάνε στην Κρήτη. Ο καιρός σορόκος, άνοιξαν το πανί και τραβούσαν κουπί όλη τη νύχτα. Το ξημέρωμα τους βρήκε μέσα στο Καρπάθικο Πέλαγος, ο καιρός τους έβγαλε βορειότερα απ’ ότι υπολόγιζαν, και συνέχισαν με το πανί.

Όσα ψάρια έμειναν τα έδιναν στους χωρικούς στο βουνό. Whatever fishs were left they gave to the villagers on the mountain.

Το απόγευμα άλλαξε ο καιρός, τώρα ερχόταν από μπροστά, έκανε και θάλασσα, δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Εκεί κοντά βλέπουν κάτι νησάκια, βάζουν τα κουπιά και με το ηλιοβασίλεμα φτάνουν. Είναι ερημονήσια όπου οι Κασιώτες έβαζαν πάνω αρνιά και κατσίκια, κι εκεί βρήκαν και τον Πανάο Παραλή με το καΐκι του. Τους είπε ότι πήγαινε στην Κάσο κι’ αν ήθελαν να τους πάρει μαζί του. «Καλύτερα να μας βουλιάξεις παρά να πάμε πίσω» του είπαν, μόνο νερό του ζήτησαν. Τους γέμισε έναν τενεκέ και τους είπε ότι είναι 20 μίλια από την Ανάφη και 40 από το Ηράκλειο, τους συμβούλευσε να πάνε στην Ανάφη. Έβγαλαν και έφαγαν πατελίες, και κοιμηθήκαν πάνω στο νησί.

Χωρίς Νερό

Το άλλο πρωί ήταν μπονάτσα, λάδι η θάλασσα, έπιασαν τα κουπιά και η βάρκα πήγαινε καλά, και παρά τη συμβουλή του Παραλή προτίμησαν να πάνε στην Κρήτη. Αλλά κατά το ηλιοβασίλεμα άλλαξε ο καιρός, ερχόταν πάλι από μπροστά. Ταξίδευαν με το πανί και τραβούσαν κουπί αλλά η βάρκα δεν πήγαινε μπροστά, ο καιρός τους άνοιξε μέσα στο πέλαγος. Αγρίεψαν τα κύματα και η θάλασσα έμπαινε μέσα στη βάρκα. Τι μπορούσαν να κάμουν, έχυσαν το νερό και με τον τενεκέ άδειαζαν όλη νύχτα τη βάρκα.

Το πρωί έσπασε πάλι ο καιρός. Ο Γιάννης Καρανικόλας γνώρισε, είχε ξαναπεράσει απ’ εκείνα τα μέρη, ήταν κάτω από την Αστυπάλαια, και το νησί που μόλις φαινόταν δυτικά υπολόγισε πως ήταν η Ανάφη. Πήραν κουράγιο, πάλι στα κουπιά και τραβούν για την Ανάφη. Μια ώρα πριν από το ηλιοβασίλεμα φθάνουν σ’ ένα νησάκι κοντά στην Ανάφη. Έχουν σκάσει από τη δίψα, αλλά στο νησάκι δεν υπήρχε νερό.

Στην Ανάφη είχε 200 κομουνιστές εξόριστους. 200 communist exiles were in Anafi.

Πάλι στα κουπιά να φθάσουν στην Ανάφη όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, να πιουν νερό να ξεδιψάσουν. Ξαφνικά είδαν ένα μαύρο σύννεφο που ερχόταν κατά πάνω τους, ήταν αέρας και βροχή, βρίσκονταν όμως κοντά στη στεριά. Βάζουν και το πανί, η βάρκα τρέχει σαν δαιμονισμένη. Βλέπουν μια αμμουδιά, βάζουν πλώρη κατ’ εκεί. Με τη φόρα που πήγαινε η βάρκα, βγήκε η μισή πάνω στην άμμο. Μόλις πάτησαν στεριά τους περίμεναν οι χωροφύλακες, είχαν δει την ξένη βάρκα που πλησίαζε. «Είμαστε φυγάδες από τα Δωδεκάνησα, δώστε μας νερό να πιούμε», είπαν και έπεσαν εξαντλημένοι πάνω στην άμμο.                

Τους φιλοξένησαν εκείνο το βράδυ οι χωροφύλακες, και το άλλο πρωί τους είπαν να πάνε στην Αστυνομία να δηλώσουν ότι ήλθαν από τα Δωδεκάνησα, και με το καράβι της γραμμής θα τους έστελναν στον Πειραιά. Ξυρίστηκαν, βάλαν τα καλά τους και πήγαν στην Αστυνομία. Μετά από τους χαιρετισμούς, ρώτησε ο Αστυνόμος τον Βασίλη Ορφανό από που προήλθε λίγο ξεραμένο αίμα πάνω στο πέτο του σακακιού του.

Τού εξήγησε ότι στο γλέντι του Πανορμίτη στο Τρίστομο, ο Νικολής Μπαλασκάς έκοψε το χέρι του και αυτός πήγε να τον βοηθήσει. Ο Αστυνόμος δεν τον πίστεψε και τους είπε: «Είστε εγκληματίες. Κάματε φονικό και το σκάσατε για να μη τιμωρηθείτε. Θα μείνετε εδώ μέχρι να μάθουμε ποιοι είστε». Ο Αστυνόμος έπρεπε να ειδοποιήσει την Αθήνα και  απ’ εκεί τη Ρόδο. Η Αθήνα έπρεπε να περιμένει την απάντηση των Ιταλών, και μετά θα πληροφορούσε την Αστυνομία στην Ανάφη. Μέχρι νάρθει η απάντηση πέρασαν έξι μήνες.

Το φυσικό λιμάνι Τρίστομο απ’ όπου ξεκίνησαν οι φυγάδες. The natural port of Tristomo, from where the fugitives started.

Οι Εξόριστοι

Κυκλοφορούσαν ελεύθερα αλλά δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά. Για να ζήσουν πήγαιναν οι τρεις στο ψάρεμα και ο ένας έμενε πίσω, έτσι τους διέταξε η Αστυνομία. Στην Ανάφη είχε 200 κομουνιστές εξόριστους και σε κάθε βήμα έβλεπες χωροφύλακα. Οι Καρπάθιοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν, ιδέα δεν είχαν για τα πολιτικά και για τη δικτατορία του Μεταξά.

Μια μέρα, πούταν η μέρα του Γιάννη Καρανικόλα να μείνει πίσω, κατέβηκε στην παραλία και είδε μέσα από μια τράτα να βγαίνει ο Κώστας Νιοτής, που ένα μήνα πιο μπροστά δραπέτευσε κι αυτός απ’ την Κάρπαθο και τώρα είχε βρει δουλειά σε μια Κρητική τράτα. Μετά από τις πρώτες εντυπώσεις και την ανταλλαγή πληροφοριών του λέγει ο Κώστας ότι με την τράτα πιάνουν γαλέους και άλλα δεύτερα ψάρια που τα πετάνε στη θάλασσα, μπορούσε να του έδινε όσα ήθελε να τα πουλήσει και ότι έπιανε δικά του. Πουλούσαν τώρα τα ψάρια μισοτιμής στους εξόριστους και ό,τι περίσσευαν τα πουλούσαν στο χωριό πάνω στο βουνό. Τα οικονομούσαν καλά, και επειδή ο Κώστας δεν έπαιρνε χρήματα από τους ντόπιους τον τροφοδοτούσαν με τσιγάρα για να τον ευχαριστήσουν.

Το ψωμί είχε 10 δραχμές η οκά και για να βαραίνει ο φουρνάρης τ’ άφηνε μισοψημένο. Όταν έμαθαν ότι οι εξόριστοι έκαναν και αυτοί ψωμιά καλοψημένα που τα πουλούσαν μισοτιμής, σταμάτησαν να παίρνουν από τον φούρνο και αγόραζαν απ’ αυτούς. Πέρασαν 10-15 μέρες, τους φώναξαν στην Αστυνομία και τους ρώτησε ο Αστυνόμος από που παίρνουν ψωμί, επειδή είχε πάει ο φουρνάρης και παραπονέθηκε. Όταν του είπαν ότι αγοράζουν από τους εξόριστους, αυτός τους απείλησε: «Άμα ξαναπάρετε ψωμί από τους εξόριστους, θα σας κρατήσω εδώ μαζί τους». Τι να κάμουν, έπαιρναν ένα ψωμί από το φούρνο και ένα από τους εξόριστους.

Κάποτε ήρθε η απάντηση από τη Ρόδο και τους άφησαν ελεύθερους να φύγουν. Πήραν το καράβι για τον Πειραιά και όλο το καλοκαίρι του 1940 δούλευαν στις οικοδομές μέχρι που κηρύχθηκε ο ελληνοιταλικός πόλεμος. Όλοι τους κατετάγησαν στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων Εθελοντών, πολέμησαν στο Μακεδονικό μετωπο εναντίον των Γερμανών, και μετά την κατάρρευση επέστρεψαν στον Πειραιά ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες. Κατά το διάστημα της Κατοχής, οι Γιάννης και Βασίλης Καρανικόλας εντάχθηκαν στον εφεδρικό ΕΛΑΣ και ο Βασίλης Ορφανός βγήκε στο βουνό με τον ΕΛΑΣ.

Από το Τρίστομο ξεκίνησε η βάρκα με τους δραπέτες για την Κρήτη, αλλά ο Νοτιάς τους έσπροξε βόρεια και πλέοντας δυτικά έφτασαν στην Ανάφη. From Tristomo the boat with the fugitives started for Crete, but the South wind pushed them north and sailing west they reached Anafi.

WWII escapes from the Italian-occupied Dodecanese – 2nd

By Manolis Cassotis

With this 2nd article, we continue the recording of escapes from the Italian-occupied Dodecanese during WWII, as recorded by Manolis Makris.

While there is still time

For the Dodecanese to work on government projects, the Italians forced them to be enrolled in the Dopolavoro (fasist workers union), and when the war began it was spread out that those who had been enrolled would be taken by the Italians into the army. Several Olympitans, including Kostis Vassilarakis, Vassilis Orfanos and the brothers Yiannis and Vassilis N. Karanikolas, decided to escape to Greece, while there was still time. They were planning, at the first opportunity, to leave Tristomo for Crete.

The feast of Panormitis passed, the people left, and they were waiting for the right opportunity. They caught sight of Minas Foudis’s rowboat, but he must have suspected something, he was sitting in the frontyard of his house watching them. They decided to take Jutlos’ rowboat, it was a bit small, but they had no other choice.

At midnight on the day of Saint Minas they started from Tristomo. They took with them some food and a tin of water, they thought they would last until they got to Crete. The weather being cloudy, they set sail and rowed all night. Dawn found them in the Karpathian Sea, the weather took them further north than they expected, and they continued with the sail.

In the afternoon the weather changed, now it was coming from the front, there were also sea waves, they could not go forward. They see some islands nearby; they use the oars and arrive at sunset. They were deserted islets where the Kasians were grazing their lambs and goats, and there found Panao Paralis with his caique. He told them that he was going to Kasos, and if they wanted, he would take them with him. “Better to drown us than to go back” told him, they only asked for water. He filled a tin for them and told them that they were 20 miles from Anafi and 40 miles from Heraklion and advised them to go to Anafi. They got ashore, ate shells, and slept on the island.

Without water

The next morning it was a bonanza, the sea was calm, they grabbed the oars, and the boat was going well, and despite the advice of Paralis they preferred to go to Crete. But at sunset the weather changed, it was coming from the front again. They were sailing and pulling the oars, but the boat would not go forward, the weather worsened. The waves were rough, and the sea was coming into the boat. What could they do, they poured the water and with the tin they emptied the boat all night.

In the morning the weather worsened again. Giannis Karanikolas knew, he had passed by those places before, that they were below Astypalaia and the island that was barely visible to the west he calculated to be Anafi. They gathered courage, rowed again and pulled for Anafi. An hour before sunset they reach an island near Anafi. They are dying of thirst, but there was no water on the island.

Again, they started with the oars to reach Anafi as fast as they could, to drink water to quench their thirst. Suddenly they saw a black cloud coming towards them, it was windy and raining, but they were close to land. They also set sail; the boat runs like a demon. They see a sandy beach and they landed their bow there. With the speed the rowboat was going, it was half out on the sand. As soon as they landed, the gendarmiers were waiting for them, they had seen the foreign boat approaching. “We are fugitives from the Dodecanese, give us water to drink,” they said and fall exhausted on the sand.

They were accommodated that night by the gendarmiers, and the next morning they were told to go to the Police to declare that they came from the Dodecanese and would be sent to Piraeus by the regular ship. They shaved, dressed up and went to the Police. After the greetings, the Policeman asked Vassilis Orphanos where some dried blood on his jacket lapel came from.

He explained to him that at the feast of Panormitis in Tristomo, Nikolis Balaskas cut his hand and he went to help him. The Policeman did not believe him and told them: “You are criminals. You committed a murder and ran away so as not to be punished. You will stay here until we find out who you are.” The Policeman had to notify Athens and from there Rhodes. Athens had to wait for the response of the Italians, and then it would inform the Police in Anafi. Six months passed before the answer came.

The Exiles

They moved freely but could not find work. To live, three of them went fishing and one stayed behind, as the Police ordered them. In Anafi they had 200 communist exiles and at every step you saw a grenadier. The Κarpathians could not understand, they had no idea about politics and Metaxas’ dictatorship.

One day, when the day of Yannis Karanikolas was about to be left behind, he went down to the beach and saw Kostas Niotis coming out of a trawler, who a month earlier had also escaped from Karpathos and had now found work on a Cretan trawler. After the first impressions and the exchange of information, Kostas tells him that with the trawl they catch galleys and other second-class fish that they throw into the sea, he could give him whatever he wanted to sell and what he made was his. They now sold half-price fish to the exiles and whatever was left over they gave to the villagers on the mountain. They made out well, and since Kostas didn’t get money from them, they gave him cigarettes to please him.

At that time, bread was 10 drachmas per kilogram and the baker would leave it half-baked to make it heavier. When they learned that the exiles also made well-baked bread that they sold at half price, they stopped bying from the bakery and bought from them. After 10-15 days, they were called to the Police station and the Policeman asked them where they get bread, because the baker had gone and complained. When they told him that they were buying from the exiles, he threatened them: “If you buy bread from the exiles again, I will keep you here with them.” What to do, they bought a loaf from the bakery and one from the exiles.

Once the answer came from Rhodes, they were set free to go. They took the boat to Piraeus and throughout the summer of 1940 they worked on construction until the Greco-Italian war was declared. All of them joined the Dodecanese Volunteer Regiment, fought on the Macedonian front against the Germans, and after the collapse returned to Piraeus after many hardships. During the Occupation, Yiannis and Vassilis Karanikolas joined the reserve ELAS and Vassilis Orfanos went to the mountain with ELAS.

-Advertisement / Διαφήμιση-

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.