Του Μανώλη Ε. Βεληβασάκη *
Μεγάλη μέρα σήμερα, η 28η Οκτωβρίου. Ημέρα εθνικής μνήμης, αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας. Και πάλι το Facebook γέμισε σημαίες, ιστορικές φωτογραφίες, βαρύγδουπες ευχές και συγκινητικά μηνύματα για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό.
Αναρωτιέμαι, όμως: πόση από αυτή την αγάπη γίνεται πράξη όταν σβήσει η οθόνη;
Φοβάμαι πως ένα μεγάλο μέρος της συλλογικής μας ζωής έχει περιοριστεί εκεί. Εκεί συνομιλούμε, εκεί ευχόμαστε, εκεί εκθέτουμε τις ιδέες μας, εκεί παραδίδουμε μαθήματα πατριωτισμού. Εκεί τσακωνόμαστε και εκεί συμφιλιωνόμαστε. Όλα συμβαίνουν μέσα σε μια οθόνη, ενώ οι αίθουσες που θα μπορούσαν να μας φέρουν πραγματικά κοντά μένουν μισοάδειες.
Το Facebook μπορεί να μας πληροφορήσει για μια εκδήλωση. Δεν μπορεί, όμως, να παρακολουθήσει την παράσταση στη θέση μας. Μπορεί να διαδώσει έναν στίχο. Δεν μπορεί να κάνει για λογαριασμό μας τον κόπο της ανάγνωσης, της σκέψης, της συμμετοχής.
Χθες βράδυ, στην Αστόρια, ένιωσα αυτή την απόσταση ανάμεσα στα λόγια και στην πράξη με τρόπο οδυνηρό.
Με πολύ κόπο, προσωπική προσπάθεια και οικονομικές θυσίες, φέραμε στο Σταθάκειο τη θεατρική παράσταση «Αναφορά στον Γκρέκο», από το έργο του μεγάλου Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη. Μια ευκαιρία να συναντηθούμε γύρω από έναν λόγο που εξακολουθεί να μας δοκιμάζει, να μας συγκινεί, να μας καλεί να κοιτάξουμε βαθύτερα μέσα μας.
Θυμάμαι εποχές που μια τέτοια βραδιά θα γέμιζε την αίθουσα. Ο κόσμος θα ερχόταν για να ακούσει, να συζητήσει, να ανταμώσει. Θα έφερνε μαζί του τα παιδιά του. Θα αισθανόταν ότι η παρουσία του αποτελούσε μέρος της ευθύνης του απέναντι στην κοινότητα.
Χθες ήρθαν πενήντα ή εξήντα άνθρωποι.
Και όμως, μέσα στην απογοήτευση υπήρξε κάτι πολύτιμο. Όσοι ήρθαν έζησαν την παράσταση με όλη τους την ψυχή. Συγκλονίστηκαν. Άνθρωποι έφυγαν με δάκρυα στα μάτια. Εκείνο το μικρό ακροατήριο μας θύμισε ότι υπάρχει ακόμη στην Ομογένεια πνευματική δίψα, ευαισθησία και βαθιά καλλιέργεια.
Η συγκίνησή τους δικαίωσε τον κόπο μας. Οι άδειες θέσεις, όμως, εξακολουθούσαν να θέτουν ένα ερώτημα.
Πού ήταν οι υπόλοιποι;
Με πόνεσε ιδιαίτερα η απουσία τόσων συμπατριωτών μου Κρητών από την Αστόρια και τις γύρω περιοχές. Καμαρώνουμε για την Κρήτη, για την ιστορία και τους ανθρώπους της. Αναφέρουμε με υπερηφάνεια το όνομα του Καζαντζάκη. Όταν, όμως, μας δίνεται η δυνατότητα να συναντήσουμε το έργο του ζωντανά, πόσο πρόθυμοι είμαστε να διαθέσουμε ένα βράδυ;
Η κρητική μας ταυτότητα χωρά ασφαλώς το τραπέζι, το πιλάφι, τη λύρα και τον χορό. Χρειάζεται όμως να χωρά και το βιβλίο, το θέατρο, τον στοχασμό. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να κρατήσουμε από την παράδοσή μας μόνο ό,τι καταναλώνεται εύκολα και να εγκαταλείψουμε ό,τι απαιτεί πνευματική προσπάθεια.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η απογοήτευσή μου για τη χαμένη ευκαιρία των μαθητών. Προσφέραμε δωρεάν εισιτήρια για παιδιά γνωστού ελληνικού σχολείου. Η προσφορά δεν βρήκε την ανταπόκριση που περιμέναμε από τους εκπροσώπους και εκπαιδευτικούς τους και δεν μετατράπηκε σε συμμετοχή.
Δεν γνωρίζω όλες τις δυσκολίες που μπορεί να υπήρχαν. Γνωρίζω, όμως, την αξία μιας τέτοιας συνάντησης. Ένα παιδί που βλέπει ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο να ζωντανεύει στη σκηνή μπορεί να ανακαλύψει κάτι που καμία αποστήθιση δεν του αποκάλυψε: ότι η ελληνική γλώσσα έχει ακόμη τη δύναμη να μιλά για τη δική του ζωή.
Και δεν μπορώ να μη σκεφτώ πόσο διαφορετική θα ήταν ίσως η κινητοποίηση αν επρόκειτο για την εμφάνιση ενός δημοφιλούς τραγουδιστή. Η σύγκριση αφορά τις προτεραιότητές μας. Για όσα θεωρούμε σημαντικά βρίσκουμε συνήθως χρόνο, τρόπο και χρήματα. Για τα υπόλοιπα περισσεύουν οι δικαιολογίες.
Μια άδεια αίθουσα δεν αρκεί, βέβαια, για να καταδικάσει ολόκληρη την Ομογένεια. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που μοχθούν, γονείς που επιμένουν, σύλλογοι που δημιουργούν και νέοι που αναζητούν τις ρίζες τους. Ακριβώς γι’ αυτό οφείλουμε να μιλήσουμε: για να μη μείνουν αυτοί οι άνθρωποι μόνοι, εξαντλημένοι από την αδιαφορία των πολλών.
Βλέπω με ανησυχία να μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην επαγγελματική μας πρόοδο και στην καλλιέργεια της ελληνικής μας συνείδησης. Καμαρώνουμε, και δικαίως, για τα παιδιά μας που γίνονται επιστήμονες, γιατροί, μηχανικοί, επιχειρηματίες. Η επιστημονική κατάρτιση, όμως, δεν εξασφαλίζει από μόνη της επαφή με τη γλώσσα, την ιστορία και τη λογοτεχνία μας. Αυτή η σχέση χρειάζεται ξεχωριστή φροντίδα.
Το ζήτημα δεν είναι ποιος δικαιούται να λέγεται Έλληνας. Είναι τι περιεχόμενο δίνουμε εμείς σε αυτή την ιδιότητα και τι παραδίδουμε στα παιδιά μας.
Το μπουζούκι και ο μπακλαβάς έχουν τη θέση τους στη ζωή μας. Αλλά ένας πολιτισμός με τέτοιο βάθος δεν μπορεί να παραδίδεται στις επόμενες γενιές ως κατάλογος φαγητών, χορών και ετήσιων εορτασμών. Χρειάζεται λέξεις για να εκφραστεί, βιβλία για να συνομιλήσει με το παρελθόν του, δασκάλους για να τον ερμηνεύσουν και κοινότητες για να τον κρατήσουν ζωντανό.
Σκέφτομαι τους «Ποσειδωνιάτες» του Καβάφη: ανθρώπους που είχαν χάσει την ελληνική τους γλώσσα και διατηρούσαν μια ελληνική γιορτή, όπου θυμούνταν τα παλαιά έθιμα και ονόματα, με συγκίνηση για έναν κόσμο που απομακρυνόταν. Η εικόνα τους με φοβίζει, γιατί αναγνωρίζω μέσα της έναν πιθανό δικό μας προορισμό.
Θα αρκεστούν άραγε τα εγγόνια και τα δισέγγονά μας σε μια ετήσια τελετή καταγωγής; Θα κρατούν μια σημαία χωρίς να μπορούν να διαβάσουν τη γλώσσα της πατρίδας που συμβολίζει; Θα συγκινούνται με την ανάμνηση μιας κληρονομιάς την οποία εμείς δεν φροντίσαμε να τους γνωρίσουμε;
Αυτό δεν είναι αναπόφευκτο. Είναι όμως ένας κίνδυνος που μεγαλώνει κάθε φορά που αναβάλλουμε την ευθύνη μας.
Ας αρχίσουμε από τα απλά: να πηγαίνουμε στις παραστάσεις, να αγοράζουμε και να διαβάζουμε βιβλία, να στηρίζουμε τους δασκάλους που προσπαθούν, να φέρνουμε τα παιδιά κοντά στην τέχνη χωρίς να περιμένουμε να την αναζητήσουν μόνα τους. Και όσοι οργανώνουμε εκδηλώσεις, ας ακούμε περισσότερο τους νέους, ας συνεργαζόμαστε εγκαίρως με τα σχολεία, ας βρίσκουμε τρόπους να τους κάνουμε συμμέτοχους.
Χθες, στο Σταθάκειο, πενήντα ή εξήντα άνθρωποι απέδειξαν ότι ο λόγος του Καζαντζάκη μπορεί ακόμη να συνταράζει ψυχές. Ας κρατήσουμε αυτή τη συγκίνηση ως αφετηρία μιας ευρύτερης προσπάθειας.
Σήμερα, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, ας δώσουμε στην περηφάνια μας και μια έμπρακτη συνέχεια. Η επόμενη πρόσκληση για μια παράσταση, μια διάλεξη, μια σχολική γιορτή ή μια παρουσίαση βιβλίου ας μας βρει παρόντες — μαζί με τα παιδιά μας.
Γιατί ο Ελληνισμός του αύριο θα εξαρτηθεί και από το πού επιλέγουμε να βρισκόμαστε σήμερα.
- Ο Μανώλης Ε. Βεληβασάκης είναι Πολιτικός Μηχανικός, πρώην πρόεδρος της Παγκρητικής Ένωσης Αμερικής και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Κρητών










