της Sylvie Kauffmann (*)

Σε ένα βιβλίο του που εκδόθηκε το 2014 με τίτλο «Καθήκον, Απομνημονεύματα ενός Υπουργού σε Πόλεμο», ο πρώην υπουργός Αμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς (που διορίστηκε από τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο και διατηρήθηκε στη θέση του από τον Ομπάμα) μιλάει με τα χειρότερα λόγια για τον τότε αντιπρόεδρο Τζο Μπάιντεν. «Εκανε λάθος σε όλα σχεδόν τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφαλείας τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες», σημειώνει.

Οι δύο άνδρες είχαν συγκρουστεί το 2010 στο θέμα της αποστολής ενισχύσεων στο Αφγανιστάν με σκοπό τη σταθεροποίηση της χώρας αυτής πριν αρχίσει η προσχεδιασμένη αποχώρηση δυνάμεων τον επόμενο χρόνο. Ο Γκέιτς υποστήριζε μια σημαντική ενίσχυση, ο Μπάιντεν ήθελε μια μικρή αντιτρομοκρατική δύναμη. Υστερα από πολύμηνες συζητήσεις, ο Ομπάμα ακολούθησε τη συμβουλή του Γκέιτς και έστειλε 30.000 επιπλέον άνδρες.

Πέρα από τη δολοφονική κρίση του Γκέιτς – ο οποίος δεν μπορεί πάντως να ισχυρίζεται ότι είχε κάποιο όραμα για το Αφγανιστάν -, το επεισόδιο αυτό θα πρέπει να δείχνει κάποια πράγματα στους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ. Πολλοί από αυτούς πιστεύουν ότι με πρόεδρο τον Μπάιντεν οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν στην οδό της λογικής. Η αφύπνιση μπορεί να είναι απότομη. Το σύνθημα «Οποιοσδήποτε, αρκεί να φύγει ο Τραμπ» δεν πρέπει να συγκαλύπτει τις βαθιές αλλαγές που έδειξε η εκλογή του και εγκαθίδρυσε η παραμονή του για τέσσερα χρόνια στον Λευκό Οίκο. Ο πρόεδρος Μπάιντεν δεν θα είναι ένα αντίγραφο του αντιπροέδρου Μπάιντεν και ακόμη λιγότερο του γερουσιαστή Μπάιντεν.

Αυτές τις ημέρες, οι προβολείς έχουν στραφεί στο “blob”, όπως είχε ονομάσει ο Μπεν Ρόουντς (πρώην σύμβουλος του Ομπάμα) τους ειδικούς της διεθνούς πολιτικής στην Ουάσινγκτον που εκνεύριζαν τον Δημοκρατικό πρόεδρο με την αλαζονεία τους. Η κοινότητα αυτή ανακτά τώρα ζωή και εμπιστοσύνη, προσβλέποντας στη νίκη του Μπάιντεν. Οι σελίδες των περιοδικών και οι ώρες των “webminars” γεμίζουν αυτές τις μέρες με προβλέψεις και συμβουλές για την επόμενη ημέρα.

Αν νικήσει ο Τραμπ, λένε, οι ΗΠΑ θα ζήσουν μια νέα περίοδο «Trump I», προς το χειρότερο. Τέσσερα χρόνια ακόμη «Πρώτα η Αμερική» και περαιτέρω διάλυση του πλανήτη. Οι ΗΠΑ θα αποχωρήσουν από το ΝΑΤΟ και θα αποσύρουν τα στρατεύματά τους από τη Νότια Κορέα και το Αφγανιστάν. Η Κίνα θα καταλάβει ακόμη περισσότερο χώρο. Και η Ευρώπη θα βυθιστεί σε ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση.

Αν νικήσει ο Μπάιντεν, σημειώνουν οι ίδιοι ειδικοί, θα επιστρέψουν η σωφροσύνη και η μετριοπάθεια. Στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον Λευκό Οίκο θα επιστρέψουν οι επαγγελματίες της διπλωματίας (το “blob”) που επί Τραμπ είχαν καταφύγει στα think tanks. Ο ίδιος ο Μπάιντεν υποσχόταν στην αρχή του χρόνου, πριν εκδηλωθεί η πανδημία, ότι θα λάβει μέτρα για την ανανέωση της δημοκρατίας και των συμμαχιών της Αμερικής.

Αυτό ελπίζουν και πολλοί Ευρωπαίοι. «Αν εκλεγεί ο Μπάιντεν, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα μας καλέσει να οικοδομήσουμε μια νέα συνεργασία και θα πρέπει να δεχθούμε αυτή την πρόσκληση», λέει στη Monde ο Νόρμπερτ Ρέντγκεν, υποψήφιος για τη διαδοχή της Αγγελα Μέρκελ. Το στέλεχος των Χριστιανοδημοκρατών πάντως, που πριν από δύο χρόνια έλεγε ότι ο Τραμπ δεν θα είναι παρά μια παρένθεση, σήμερα αναγνωρίζει ότι «τίποτα δεν θα είναι ξανά το ίδιο στη σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Σύμφωνα με τους ειδικούς αυτούς, ένας πρόεδρος Μπάιντεν θα εντάξει και πάλι τη χώρα του στη συμφωνία για το κλίμα και στη συμφωνία με το Ιράν και θα είναι ευγενικός και πρόσχαρις στις συνόδους του ΝΑΤΟ και της G7. Δεν είναι και λίγο.

Αλλά δεν είναι και βέβαιο. Οι δεσμεύσεις του επιτελείου του Μπάιντεν είναι αόριστες. Πολλοί επικριτές του από τα αριστερά τον κατηγορούν για έλλειψη δημιουργικότητας και τόλμης και παρατηρούν ότι το μόνο καινούργιο που παρουσιάζει είναι η υπόσχεση για μια «ηθική ηγεσία». Αλλοι, πιο ρεαλιστές, δεν κοιτάζουν τον Μπάιντεν, αλλά τη διχασμένη αμερικανική κοινωνία. Οι millennials της μετά την 11/9 εποχής δεν διακρίνονται από τον ίδιο κοσμοπολιτισμό με την προηγούμενη γενιά. Στην προσπάθειά του να ανακτήσει τους εργάτες που το 2016 ψήφισαν Τραμπ, ο Μπέιντεν θυμήθηκε τον προστατευτισμό του.

Για τη Νάντια Σάντλοου, από το Hudson Institute, «είναι καιρός η Ουάσινγκτον να εγκαταλείψει τις παλιές της ψευδαισθήσεις και τους μύθους του φιλελεύθερου διεθνισμού και να κοιτάξει τον κόσμο όπως είναι». Με ή χωρίς τον Τραμπ.

(*) Η Σιλβί Κοφμάν είναι αρθρογράφος της Monde

(Πηγή: Le Monde)

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.