ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου, το γένος Μανωλοπούλου, στις 26 Δεκεμβρίου 2020 άφησε την τελευταία της πνοή στην Ομβριακή Φθιωτίδος, στο σπίτι το οποίο είχε χτίσει με κόπους και θυσίες με τον αείμνηστο σύζυγό της Ανδρέα Αποστολόπουλο.  Η πανδημία του κορωνοϊού και οι ταξιδιωτικές οδηγίες στέρησαν στον εγγονό της Ανδρέα Αποστολόπουλο που διαμένει και εργάζεται στην Βοστώνη την δυνατότητα να παραστεί στη κηδεία της και να της απευθύνει τον ύστατο χαιρετισμό.

Αντ΄ αυτού επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, την Σάρα και ήρθαν στη Νέα Υόρκη για να τελέσουν μαζί με την μητέρα τους Σάρον και την αδελφή του Κατερίνα τρισάγιο και επιμνημόσυνη δέηση υπέρ της αναπαύσεως της ψυχής της γιαγιάς τους.

Λαμβάνοντας υπόψη του ότι ο αείμνηστος πατέρας του είχε χορέψει τον Χορό του Ησαϊα στην κοινότητα του Αγίου Δημητρίου στην Τζαμέικα ο Ανδρέας επικοινώνησε με τον ιερατικό προϊστάμενο, π. Κωνσταντίνο Καλογρίδη, ο οποίος τους δέχτηκε με σεβασμό και πατρική αγάπη, τους συμπαραστάθηκε και μάλιστα τους προέτρεψε να τελέσουν στον ίδιο ναό και το 40ήμερο μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής της Γιαγιάς του.

Ο Ανδρέας και η οικογένειά του δεν έχουν άμεσους συγγενείς στη Νέα Υόρκη και από την εποχή που ζούσε ο πατέρας του μέχρι και σήμερα το κενό αυτό το καλύπτουν οι στενοί οικογενειακοί φίλοι που επιμένουν ελληνικά.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με τα εγγόνια της στο πατρικό της σπίτι.

Οι περιορισμοί για τον κορωνοϊό δεν επέτρεψαν στον Ανδρέα και στην οικογένειά του να καλέσουν όλους τους φίλους που αν και δεν είχαν την τύχη και το προνόμιο να γνωρίσουν από κοντά την Γιαγιά Κατίνα, εν τούτοις την γνώριζαν από τις αφηγήσεις του Ανδρέα και από τις συνταγές που εφάρμοζε με μεγάλο μεράκι για να ξεδιπλώσει τις γαστρονομικές του δεξιότητες.

Την Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021, κρατώντας στο στήθος την φωτογραφία της Γιαγιάς του εισήλθε στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου Τζαμέικας συνοδευόμενος από την μητέρα και την αδελφή του. Έκαναν τον σταυρό τους, άναψαν από ένα κεράκι και στην συνέχεια πήραν από μια καντήλα και μαζί με την φωτογραφία τα τοποθέτησαν δίπλα στο κόλλυβα της Γιαγιάς του.

Ο π. Κωνσταντίνος Καλογρίδης μετά το πέρας της Λειτουργίας τέλεσε τέσσερα συνολικά μνημόσυνα και απηύθυνε λόγια παρηγοριάς στην οικογένεια Αποστολοπούλου και στις υπόλοιπες οικογένειες και τους προέτρεψε να αξιοποιήσουν την κληρονομιά των προσφιλών τους προσώπων και να διαιωνίσουν τη μνήμη τους.

Αν και λόγω του κορωνοϊού στο Κουίνς και τις άλλες κομητείες του δήμου της Νέας Υόρκης δεν επιτρέπονταν η εστίαση στους εσωτερικούς χώρους, εν τούτοις ο Ανδρέας επέμεινε και παρέθεσε το επιμνημόσυνο γεύμα σε εστιατόριο «Maria’s Mediterranean»  του Μπέισαντ, στην ειδική τέντα που είχε τοποθετηθεί στο πεζοδρόμιο και σε ένα μέρος του οδοστρώματος.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με τον εγγονό της Ανδρέα Αποστολόπουλο.

Το πολικό ψύχος καθιστούσε απαγορευτική την εστίαση σε εξωτερικούς χώρους, αλλά η αγάπη του Ανδρέα, της Σάρον, της Σάρας και της Κατερίνας για την Γιαγιά Κατίνα πύρωσαν τις καρδιές των παρισταμένων και τους παρείχαν την δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα γιατί αν και πέρασαν έντεκα χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατο του Αθανασίου Αποστολόπουλου, οι δεσμοί της οικογένειας με την Γιαγιά άντεξαν στο διάβα του χρόνου και μάλιστα ενδυναμώθηκαν.

Ο Ανδρέας είναι διακεκριμένος Μηχανολόγος Μηχανικός και εργάζεται στη Βοστώνη και είναι γόνος μικτής οικογένειας. Ο αείμνηστος πατέρας του βέρος Έλληνας και η μητέρα του εβραϊκής καταγωγής. Προ δέκα περίπου ετών όταν τους γνώρισα, λίγο μετά την εκδημία του Αθανασίου, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι η Σάρον δεν ήταν Ελληνίδα. Ακόμη και όταν συναντιόμασταν και τα παιδιά μιλούσαν αγγλικά εκείνη επέμενε και τους «επανάφερε» στην τάξη.

Κατά την διάρκεια του γεύματος ο Ανδρέας έδειξε σε όλους τους συνδαιτυμόνες την «Ωδή» που είχε γράψει για την Γιαγιά του με στόχο να τους παράσχει την δυνατότητα να γνωρίσουν έστω και μετά θανάτου την γιαγιά του και να κατανοήσουν καλύτερα τους λόγους για την απίστευτη αγάπη.

Δέχτηκε με χαρά την πρότασή μου να δημοσιεύσουμε την «Ωδή» και μάλιστα προθυμοποιήθηκε να την μεταφράσει στην ελληνική.

Πριν όμως σας παρουσιάσουμε την Ωδή θεωρήσαμε χρέος να αναφέρουμε βασικές πληροφορίες για την ζωή της Γιαγιάς.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με την εγγονή της Αικατερίνη Αποστολοπούλου.

Αικατερίνη Αποστολοπούλου

Η Κατίνα (Αικατερίνη) Αποστολοπούλου το γένος Μανωλοπούλου γεννήθηκε στο μικρό χωριό Ομβριακή  νομού Φθιωτίδας την 1η Ιανουαρίου 1935. Και ήταν η νεότερη από τα πέντε τέκνα της οικογένειας Μανωλόπουλου. Οι αείμνηστοι γονείς της Ευάγγελος και Ευαγγελία Μανωλοπούλου έφεραν στον κόσμο πέντε παιδιά και συγκεκριμένα την Βάγια, την Χρυσούλα, τον Κωνσταντίνο, τον Νικόλαο και την Αικατερίνη και τα γαλούχησαν με τις καλύτερες αρετές της φυλής μας.

Το 1957 παντρεύτηκε τον εκλεκτό της καρδιάς της Ανδρέα Αποστολόπουλο, που καταγόταν από το ίδιο χωριό και έφεραν στον κόσμο δύο παιδιά την Δέσποινα και τον Αθανάσιο και τα γαλούχησαν με τις καλύτερες αρετές της φυλής μας.

Τον Ιούνιο 2008 η Κατίνα πέρασε την μεγαλύτερη δοκιμασία της ζωής τους, διότι έχασε σε ηλικία 80 ετών τον πολυαγαπημένο σύζυγό της. Δεν το έβαλε κάτω, διότι αντλούσε δύναμη από την αγάπη των παιδιών και τα εγγονιών της. 

Η Δέσποινα είναι παντρεμένη με τον Γεώργιο Χατζηχρήστο και έχουν δύο παιδιά, τον Βασίλη Χατζηχρήστο και την Έλενα που τον περασμένο Αύγουστο παντρεύτηκε με τον Γιάννη Ζιάγκα και διαμένουν στα Ιωάννινα.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου ενώ ετοιμάζει τις πίτες.

Ο Αθανάσιος Αποστολόπουλος ήρθε για σπουδές στην Αμερική και αγκυροβόλησε στη Νέα Υόρκη. Εδώ γνώρισε την εκλεκτή της καρδιάς του Sharon Lee. Το ζεύγος έφερε δύο παιδιά τον Ανδρέα και την Κατερίνα και επένδυσαν όσο ελάχιστοι στην παιδιά των παιδιών τους.

Ο Αθανάσιος κατάφερε όσο ελάχιστοι να διδάξει στην σύζυγο και στα παιδιά του την ελληνική γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά μας.

Ήταν κάτοχος πτυχίων Bachelor / Master of Engineering από το φημισμένο  City College of New York (από την ίδια σχολή από την οποία αποφοίτησε και ο γιος του Ανδρέας) και είχε ιδρύσει την δική του επιχείρηση με την επωνυμία «AAA Omvraki Engineering, P.C.» που έφερε το όνομα της ιδιαίτερής του πατρίδας.

Τα ταξίδια της γιαγιάς στην Αμερική, καθώς επίσης και τα ετήσια προσκυνήματα της οικογένειας στην Ομβριακή έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με τα παιδιά και τα εγγόνια την ημέρα της βάπτισης της Αικατερίνης.

Ο Αθανάσιος Αποστολόπουλος τον Φεβρουάριο του 2010 έχασε την τελευταία μάχη της ζωής του. Οι δεσμοί της οικογένειας με την Γιαγιά αντί να χαλαρώσουν ως συνήθως ενισχύθηκαν και απέκτησαν νέα δυναμική.

Ο Ανδρέας Αποστολόπουλος και η Σάρα, καθώς επίσης η Σάρον και η Κατερίνα είναι αποφασισμένοι να διατηρήσουν τις σχέσεις τους με την γενέτειρα και να διατηρήσουν αναμμένη την καντήλα στο εικονοστάσιο της Γιαγιάς στην Ομβριακή.

Ωδή στην Γιαγιά

Η Γιαγιά μου, Κατίνα (Αικατερίνη) Αποστολοπούλου το γένος Μανωλοπούλου γεννήθηκε στο μικρό χωριό Ομβριακή  νομού Φθιωτίδας την 1η Ιανουαρίου 1935. Και ήταν η νεότερη από τα πέντε τέκνα της οικογένειας Μανωλόπουλου. Το 1957 παντρεύτηκε τον εκλεκτό της καρδιάς της (τον παππού μου), Ανδρέα Αποστολόπουλο, που καταγόταν από το ίδιο χωριό και έφεραν στον κόσμο δύο παιδιά την Δέσποινα και τον Αθανάσιο (τον αείμνηστο πατέρα μου).

Αν και το πεπρωμένο του πατέρα μου ήταν να έρθει για σπουδές και για μια καλύτερη τύχη στην Αμερική και της θείας μου να εγκατασταθεί στα Ιωάννινα, την πρωτεύουσα της Ηπείρου, εν τούτοις ο παππούς και η γιαγιά μου δεν ακολούθησαν την πεπατημένη. Λάτρευαν την γενέθλια γη και έζησαν όλη τους την ζωή στο γραφικό χωριό Ομβριακή. Εργάστηκαν σκληρά και κατάφεραν να χτίσουν το δικό τους σπίτι από το μηδέν. Με την σκληρή εργασία κατάφεραν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, πλην όμως έζησαν χωρίς τις ανέσεις, τις οποίες η δική μας η γενιά τις θεωρεί δεδομένες.

Ασχολήθηκαν όλη τους την ζωή με την καλλιέργεια της γης και κατάφεραν να χτίσουν το δικό τους σπίτι από το μηδέν. Ασχολήθηκαν με την ίδια γη που τους παρείχε τόσα όσα να μην έλειπε τίποτε από το τραπέζι, αλλά χωρίς καμία από τις ανέσεις που εμείς θεωρούμε δεδομένες σήμερα.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με την νύφη της Σάρον και τα εγγόνια της Ανδρέα και Αικατερίνη.

Η πολυαγαπημένη μου Γιαγιά έκλεισε τα μάτια της για πάντα στις 26 Δεκεμβρίου 2020. Έφυγε σε ηλικία 86 περίπου ετών και την ώρα που γράφονται αυτές οι σκέψεις έχει ήδη συναντηθεί με τον σύζυγό της που την περίμενε στον παράδεισο για δώδεκα ολόκληρα χρόνια.

Για να γνωρίσει κανείς την Γιαγιά μου έπρεπε να γνωρίζει το χρυσοπράσινο τοπίο που απλώνονταν κάτω από τους πρόποδες της Ομβριακής.

Για να γνωρίσει κανείς τον χαρακτήρα της Γιαγιάς μου έπρεπε να γνωρίζει την απερίγραπτα σκληρή και ανυπόφορη φύση της ζωής του αγρότη και του κτηνοτρόφου που αγωνίζεται για να αποκτήσει και να μεγαλώσει την οικογένεια, χωρίς καμία από τις σύγχρονες ανέσεις, καθώς επίσης και καμιά από τις ανέσεις που απολάμβαναν οι Αμερικανοί συμπολίτες μας την περίοδο της μεγάλης δυσπραγίας, καθώς επίσης και σε περιόδους πολιτικών αναταραχών, πολέμων και κατοχής.

Για να την γνωρίσει κανείς πρέπει να γνωρίζει ότι το καθαρό και οργανωμένο σπίτι, καθώς επίσης το σπιτικό φαγητό δεν ήταν μόνο προϊόν της αγάπης αλλά και της ευσέβειας. Για να γνωρίσει κανείς την γιαγιά μου πρέπει να έχει πλήρη επίγνωση των βασικών στοιχείων της ζωής: απέραντη και ανυπόκριτη  αγάπη, γάμος, πίστη στον Θεό, διατήρηση πεντακάθαρου σπιτιού, απόλαυση των σπιτικών γευμάτων και πάνω από όλα την χαρά με την οποία η οικογένειά σας σας περιβάλλει.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου δίδαξε στα εγγόνια την μαγειρική τέχνη.

Ως συνήθως, κάθε ένα από τα αγαπημένα μέλη της οικογένειάς της είχε ελαφρώς διαφορετική, αλλά εξίσου στοργική σχέση με την Γιαγιά. Να πούμε ότι μας αγαπούσε όλους με όλη της την καρδιά  θα ήταν λίγο. Το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά όταν την επισκεπτόμασταν το καλοκαίρι και πετούσε από χαρά κάθε φορά που την καλούσαμε στο τηλέφωνο.

Πολλές από τις ανεξίτηλες αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων από την Γιαγιά μου σχετίζονταν με τις γαστρονομικές εμπειρίες. Με τις χορτόπιτες που έφτιαχνε την Αυγή με τα πιο αγνά υλικά και με τα χόρτα που μάζευε από τον κήπο, με την αγαπημένη μας παιδική «Κουλούρα», το τυρόψωμο και τις φακές που μαγείρευε στο σπίτι μας στο Μπέϊσαϊντ του Κουίνς και με τάϊζε μετά τις βόλτες με το ποδήλατο  για να ανεβάσω τα επίπεδα σιδήρο, ακόμη και με την  περιέργειά μου που με ωθούσε να παίζω με τα αλεύρια και την ζύμη και να «ανταγωνιστώ» τις δικές της ικανότητες.

Εξ άλλου δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλές από τις συζητήσεις μας, που παρέμειναν ανεξίτηλες στην μνήμη μου, σχετίζονται με το φαγητό: «Να τρως μάνα ‘μ», «τι έφτιαξες σήμερα;», «έτσι θα την κάνεις την πίτα και θα δεις πόσο νόστιμη θα γίνει!».

Αναλογιζόμενος τα λόγια των στενών μου φίλων μετά την εκδημία της Γιαγιάς μου συνειδητοποίησα καλύτερα ότι το πάθος μου για την μαγειρική, που τώρα πλέον έχει καρποφορήσει, οφείλεται στο δικό της πάθος για την γαστρονομία και στην ολόψυχη αφοσίωσή της στην τέχνη που διδάχτηκε από τους γονείς της. 

Οι πρώτες παιδικές αναμνήσεις σχετίζονταν με τις προσπάθειες που καταβάλλαμε όλοι βοηθώντας την να  φτιάξει τις πίτες, είτε να ζυμώσουμε και να απλώσουμε να λιαστούν δεκάδες κιλά χυλόπιτες και τραχανά για την περίοδο του χειμώνα.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου στα χωράφια της.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια και άρχισα να μαγειρεύω, οι συνομιλίες με την γιαγιά εστιάζονταν στην αξιολόγηση των τοπικών, νωπών και εποχιακών προϊόντων, μαγειρεύοντας αρκετά για να ταΐσουν έναν στρατό, στην κηπουρική και στις ντομάτες του κήπου μας και με τα καλύτερα σημεία ζωής της μικρής πόλης.

Ασφαλώς το Erie της Πενσιλβάνιας και το Boxborough της Μασαχουσέτης δεν είναι «χωριά» με την ελληνική έννοια του όρου – και όμως – έχοντας τις εμπειρίες που είχε περάσει με τον πατέρα μου στη Νέα Υόρκη, η Γιαγιά μου αιφνιδιαζόταν ευχάριστα κάθε φορά που τις περιέγραφα τα αγροκτήματα και τα απαράμιλλα τοπία που αποτελούν το σήμα κατατεθέν πολλών περιοχών της Νέας Αγγλίας.

Το μαγείρεμα ήταν ένας από τους κύριους τρόπους με τους οποίους η Γιαγιά εκδήλωνε την αγάπη για την οικογένειά της. Όταν είχε επισκεφθεί το υπόγειο διαμέρισμα των γονέων μου στην Τζαμέικα, η Γιαγιά μου αν και ευρισκόταν για πρώτη φορά σε μια ξένη μεγαλούπολη άρχισε να φτιάχνει δεκάδες κιλά σπιτικού ελληνικού λουκάνικου,  ταψιά με μπακλαβά και κανταΐφι και πολλαπλά χειροποίητα φύλλα κρούστας.

 Όταν την επισκεπτόμασταν το καλοκαίρι μας περίμενε με καλάθια γεμάτα κουλούρια, με δίσκους  γεμάτους με το διάσημο ρεβάνι της, με φρέσκο ψωμί, με την σπιτική φέτα και φαγητά λουσμένα με αγάπη.  Πρόκειται για το ίδιο πάθος που με διακατέχει και εμένα και λέω με υπερηφάνεια ότι το κληρονόμησα από αυτήν και ότι αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή που θα διαιωνίζω τη μνήμη της μέσα από τις γαστρονομικές μου «περιπέτειες» του παρόντος και του μέλλοντος. 

Οι αναμνήσεις της οικογένειάς μας για την Γιαγιά είναι πολύτιμες και πολλές – ένας σταθερός τρόπος συνομιλίας, αφήγησης ιστοριών και αξέχαστες στιγμές που είναι συνυφασμένες με ένα πανίσχυρο ρεύμα, σαν εκείνο για το οποίο ονομάστηκε το χωριό της η Ομβριακή.

Με άφθονες πηγές φυσικού νερού, η Ομβριακή έχει μια σειρά από πηγάδια στο  χαμηλότερο σημείο του χωριού, από τα οποία έχω πολλές αναμνήσεις από κάθε ταξίδι στην Ελλάδα.

Η αντίδραση της Γιαγιάς κατά την επιστροφή μας από τα πηγάδια ήταν πάντα η ίδια: «ελέγξτε αμέσως τα παπούτσια σας για αγκάθια και πηγαίνετε να πλύνετε τα πόδια σας».

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με τον εγγονό της Ανδρέα Αποστολόπουλο.

Αξέχαστη θα μείνει στη μνήμη μας μια από τις επισκέψεις της Γιαγιάς μας στη Νέα Υόρκη που συνέπεσε με την γιορτή του Halloween. Όταν η Γιαγιά είδε την κολοκύθα στην βεράντα χωρίς δεύτερη σκέψη την πήρε και έφτιαξε μια πεντανόστιμη κολοκυθόπιτα. Αργά το βράδυ, όταν επέστρεψε η μαμά μου διαπίστωσε την απουσία της κολοκύθας και άρχισε να αγωνιά.  Εισερχόμενη μέσα λέει «Κάποιος μας έκλεψε τις κολοκύθες» και εξεπλάγη όταν διαπίστωσε ότι μετουσιώθηκαν σε μια σπιτική ελληνική πίτα που μοσχοβολούσε».

Μεγαλώνοντας, όπως και τώρα, οι αταξίες μου ήταν πιο πιθανόν να ήταν σε μια σακούλα αλεύρι, παρά στις αλάνες. Αν και πάντα με μάλωνε γιατί λέρωνα τον τόπο, εν τούτοις παραμένουν ανεξίτηλες οι αναμνήσεις από τις πίτες που έφτιαχνα δίπλα από τις δικές της.

Ενώ συνέχιζε να με επιπλήττει πάντα για την ρεμούλα που έκανα, εν τούτοις είναι νωπές οι αναμνήσεις όταν έκανα πίτα μαζί της (η δική μου δεν τρωγόταν μου έλεγε), ακολουθώντας τις κινήσεις της για να ετοιμάσει τόσα πολλά από τα παραδοσιακά φαγητά, τα οποία αποτελούν την ενσάρκωση μιας γενιάς, ενός πολιτισμού και των ανθρώπων του.

Ο σπιτικός τραχανάς της – τον οποίο έφτιαχνε με το αλεύρι που αγόραζα από το παντοπωλείο της γειτονιάς όταν ήμουν 10 ετών – κατέχει εξέχουσα θέση στις ανεξίτηλες γευστικές μου αναμνήσεις.

Όταν μεγάλωσα και άρχισα να ασχολούμαι περισσότερο με την μαγειρική, συνέχισε να με συμβουλεύει  πάντα με τον σωστό τρόπο (δηλαδή τον τρόπο της) να φτιάχνω ένα πιάτο, και πάντα ήθελα να ακολουθήσω αυτές τις συμβουλές γιατί αποτελούν μερικά από τα ισχυρότερα κειμήλια, τα οποία μια οικογένεια μπορεί να κληρονομήσει και μεταλαμπαδεύσει.

Μου έλεγε να προσθέσω μια κουταλιά μουστάρδας στις πατάτες λεμονάτες για να βελτιωθεί η γεύση, να φτιάξω σπανακόρυζο, αλλά ποτέ να μην ρίξω το ρύζι πριν βράσει το σπανάκι για να μην γίνει λαπάς, να προσθέτω πάντα ρύζι στη σπανακοπίτα, αλλά ποτέ αυγό, για να είμαι βέβαιος ότι το τραγανό κολοκυθάκι της γνωστό ως Mamliga, ήταν πάντα μαγειρεμένο λεπτό με συστατικά που δεν μετρήθηκαν ποτέ… και πάει λέγοντας.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με τον γιο της Αθανάσιο και τα εγγόνια της Ανδρέα και Αικατερίνη.

Όταν τις έλεγα ότι έφτιαξα το φαγητό με την συνταγή της και ότι πρόσθεσα και μια δική μου γεύση δεν έχανε την ευκαιρία να επαναλαμβάνει το «Δεν γίνεται καλό έτσι. Μη βάζεις τέτοια μέσα».

Η μαμά μου μπορεί να διηγηθεί αμέτρητες ιστορίες για τους ισχυρούς δεσμούς, την αγάπη και τον σεβασμό της για την πεθερά της. Έμαθε τα ελληνικά αποκλειστικά και μόνο για να συνομιλεί με την οικογένεια του συζύγου της και η σχέση της με την μαμά (όπως αποκαλούσε την πεθερά) μετά από τόσα χρόνια αποτελεί χειροπιαστή απόδειξη ότι  η αγάπη δεν γνωρίζει γεωγραφικά σύνορα και ξεπερνά όσα γλωσσικά, εθνολογικά και πολιτιστικά εμπόδια κι αν ανακύψουν.

Τα πρώτα καλοκαίρια της που επισκέφτηκε την Ελλάδα πριν καν παντρευτεί τον πατέρα μου ήταν γεμάτα εκπλήξεις. Κι αυτό διότι έζησε σε ένα αγροτικό σπίτι με ζωντανά και χωρίς τις σύγχρονες ανέσεις με τις υδραυλικές εγκαταστάσεις και τις τουαλέτες και οι εντυπώσεις δεν ήταν αυτές που θα ανέμενε κανείς από ένα ταξίδι γνωριμίας με τους γονείς του μελλοντικού συζύγου. 

Η σχέση τους όμως ήταν επίσης ισχυρή, διότι η μαμά μου ήθελε να διδαχτεί από την σοφία της γιαγιάς μου, από τις συμβουλές της και τις νουθεσίες της.  Η σοφία της Γιαγιάς μου ήταν ευδιάκριτη. Μπορεί να μην έχει ξεπεράσει την 3η Δημοτικού, αλλά δεδομένων των καταστάσεων που είχε περάσει την περίοδο του πολέμου, του εμφυλίου και της φτώχιας είχε βαθιές γνώσεις για τις βασικές έννοιες της ζωής, την λειτουργία του κόσμου και τις φυσικές και ολιστικές θεραπείες και τους τρόπους επιβίωσης και τις συμβουλές της της ακούγαμε με λαχτάρα.

Και όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα ήθελε τα ξεπερνούσε με την αξέχαστη φράση της «Σε μάτιασαν μάνα’ μ!». Μετά από αυτό θα σε καλούσε στο σπίτι για ένα τελετουργικό που πιθανότατα χρονολογούσε εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες χρόνια, με το οποίο θα έκανε προσευχές και με το σημάδι του σταυρού θα έσταζε λάδι στο νερό για να εξορκίσει τα κακά πνεύματα.

Η αδερφή μου, η οποία έχει το ίδιο όνομα με την Γιαγιά και την ίδια ονομαστική εορτή, ισχυρό κεφάλι και πνεύμα – για να μην αναφέρουμε  και το ίδιο χρώμα της επιδερμίδας – είχε και αυτή την δική σχέση αγάπης με την  Γιαγιά. Όντας νέα και ανύπαντρη της έλεγε πάντα «Με το καλό και με ένα καλό Παιδί» (το ίδιο έλεγε και σε μένα μέχρι να γνωρίσω την Σάρα!). Οι συνομιλίες τους ήταν πλημμυρισμένες με ευγένεια, φροντίδα και αγάπη για τις οποίες θα θυμόμαστε πάντα την Γιαγιά. Το υποκοριστικό όνομα της Kat μέχρι και σήμερα για την μαμά μου το “κούτσι ” που της έλεγε η Γιαγιά και το οποίο προέρχεται από το ελληνικό μικρούτσικο.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με τον γιο της Αθανάσιο και τον εγγονό της Ανδρέα.

Η Σάρα ήταν το νεότερο μέλος της οικογένειάς μου που γνώρισε την Γιάγια, αλλά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά αμέσως μετά τους αρραβώνες μας τον Ιούνιο του 2019 απέκτησαν έναν ισχυρό δεσμό.  Μετά από δύο με τρεις μέρες παραμονής μας στο σπίτι της η Γιαγιά αναφώνησε «Είναι από σπίτι» Πρόκειται για την υψηλότερη τιμή που μπορεί να απονείμει μια Ελληνίδα γιαγιά σε οποιαδήποτε γυναικεία μορφή, πόσο μάλλον σε μια μέλλουσα εγγονή!

Αυτό σήμαινε ότι η Σάρα μεγάλωσε σωστά – μεγάλωσε σε ένα ευγενικό, αγαπημένο σπίτι για να εκδηλώνει τόση αξιοπρέπεια και σεβασμό. Το συμπέρασμα της Γιαγιάς δεν βασίστηκε σε κάποια συζήτηση που είχαν, γιατί μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες, αλλά ήταν συνέπεια της απίστευτης ικανότητας της Γιαγιάς να αξιολογεί πραγματικά ένα άτομο και να ζυγίζει την καρδιά του και τον χαρακτήρα του.

Δύο γυναίκες, δύο γενιές, δύο χώρες μακριά η μία της άλλης  – και όμως, η ομορφιά του κεντημένου με τα χεράκια της τραπεζομάντηλο (το οποίο στολίζει τώρα το τραπέζι της κουζίνας μας ως το τελευταίο δώρο που μας έδωσε), η υπερηφάνεια και ο σεβασμός σε ένα καθαρό και καλοδιατηρημένο σπίτι , και η αγιότητα ενός σπιτικού γεύματος είναι μορφές μιας καθολικής κατανόησης που ξεπερνά κάθε γλωσσικό εμπόδιο.

Η Αικατερίνη Αποστολοπούλου με τον εγγονό της Ανδρέα Αποστολόπουλο.

Στα ελληνικά είθισται  να λέμε «Να ζήσετε,  να την θυμόσαστε!» – να ζήσουμε και να αξιωθούμε να την θυμόμαστε για πάντα! Οι αναμνήσεις μας θα είναι συνυφασμένες με τα νήματα των καλοκαιρινών μας επισκέψεων, τις υπέροχες γεύσεις στο τραπέζι της, τα αστεία και τις αφηγήσεις της, καθώς και την απίστευτη αγάπη της για εμάς. Είτε πρόκειται για μια γεύση που ζωντανεύει τη μνήμη της, είτε για ένα πιάτο που μαγειρεύεται από το οπλοστάσιο των συνταγών της, είτε πρόκειται για μια παλιά φωτογραφία, είτε για μια παλιά ιστορία, ή ακόμα και για τα αξιοθέατα και τους ήχους του χωριού ή για τις πολλές ιστορίες που αναπολούμε με αγάπη— πάντα θα ξέρουμε ένα πράγμα: κάθε μνήμη, σε οποιαδήποτε από τις μυριάδες μορφές που μπορεί να λάβει, είναι ένας θησαυρός.

Ένας θησαυρός που αξίζει να φυλάσσεται και να αναβιώνει  καθώς προχωράμε και κοιτάζουμε την επόμενη γενιά. Και αυτό  δεν είναι απλά και μόνο ένας θησαυρός, αλλά και ο ακρογωνιαίος λίθος της ταυτότητάς μας και μια ανεκτίμητη οικογενειακή κληρονομιά.

Αιωνία της η μνήμη!

——————————————————————–

My Γιαγιά

By Andreas Apostolopoulos

My Γιαγια (Yaya, Greek for ‘Grandma’), Katina Apostolopoulos, was born in the small village of Ομβριακη (Omvriaki), in central mainland Greece on January 1st, 1935. She was born the youngest of 5 siblings, with two brothers, and two sisters, with the maiden family name of Manolopoulos. By 1957, she was married to my grandfather, Andreas Apostolopoulos, who also grew up in the same village. Γιαγια and Παππου had two kids of their own, Despina, and Thanassi (my father).

Yaya (left) with my Father, my Pappou, Me, and my Sister.

While it would ultimately be my Dad’s destiny to move his life to the United States, and my Aunt’s to move her family to the northern Greek City of Ioannina, Γιαγια and Παππου had roots that ran deep in the small farming village of Omvriaki, and lived out all of their days on that same soil. That same earth which they endlessly toiled to build their own house from scratch with nothing—that same earth which provided just enough for food on the table, but none of the comforts we take for granted today.

My father with his mom.
Yaya and Pappou on their Veranda in Omvriaki! They both loved gazing out to the beautiful view of the surrounding plains.

Our sweet Γιαγια passed away on December 26th of 2020. She was nearly 86 years old and had lost her partner in life over 12 years prior, in 2008. To know Γιαγια, was to know the yellow and green checkerboard crops that adorned the view from her modest farmhouse at the lower heel of the rural Greek farm village of Omvriaki. To know her was to know the indescribably hard and unyielding nature of farm life, of subsistence agriculture, of raising a family—all without any of the modern conveniences, that even then, most Americans would have enjoyed, and during economic depression, political turmoil, and even foreign occupation, no less. To know her, was to know that a clean and organized house, and home cooked food were not only a form of love, but a form of piety. To understand her, was to grasp at the core essences of life: unending love, marriage, faith in God , the satisfaction of a spotless home, the simple joy of homecooked meals, the delight of having your family surround you.

The view of the beautiful landscape from the Veranda of her home.
Her original 1950s Farm Kitchen!

As is the case with relationships, each of her beloved family members shared a slightly different, but equally loving, relationship with Γιαγια. That she loved all of us dearly with her big heart would be a complete understatement. Her entire face would fill with joy when we would visit every summer, and she would perk up immediately each and every time we would call on the phone.

Many of my own earliest memories with Yaya, were food memories—her making hortopita from scratch at the crack of dawn after having surveyed the garden for the freshest ingredients, her making our childhood favorite “Kouloura”, a warm buttery feta cheesy bread that was legendary to us as kids, her feeding me lentils at home in Bayside in between bike rides around the block to get my iron levels up, and even my own curious yet devious attempts to play with flour and dough, making my own adventures in the kitchen to rival hers. Given this, it is no wonder that many of our conversations revolved around food: «Να τρως μανα’μ», «τι εφτιαξες σημερα?», «ετσι θα την κανεις την πιτα, και θα δεις ποσω νοστιμη θα γινει!» (make sure you eat!, what did you make today?, This is how you will make the pie and you’ll see how delicious it’ll be!).  

Yaya with me as a child, in Omvriaki
Yaya rolling out home-made Phyllo dough in the lower level of her farm house.

Yaya rolling out home-made Phyllo dough in the lower level of her farm house

Reflecting after her passing on the words of close friends, I came to the at once startling and comforting realization that my sparks of passion in the kitchen which have now blossomed into a craft, almost certainly were inspired and inherited from her, and her own fondness for the soulful craft of cooking. I can not think of why I had not come to this realization myself—but the writing was on the wall. My earliest childhood memories, sometimes even during trying family times, were of helping her make Pita, or helping her lay out bed sheet after bed sheet to make dozens of pounds of homemade xilopites or traxana. As the years went on, and I began cooking myself, our conversations began to surround a mutual appreciation for local, fresh, and seasonal produce, of cooking enough to feed an army, of gardening fresh tomatoes in the summer, and of the finer points of small town life. Sure Erie, PA, and Boxborough, MA aren’t “villages” in the Greek sense of the term—and yet, having had only my father’s experience of New York City to go by, she was always happily taken aback when I would describe to her the farms and open landscapes that are the hallmark of much of New England.

Yaya making home-made Loukaniko in my Parent’s basement Apartment in the 1980’s.

Yaya making home-made Loukaniko in my Parent’s basement Apartment in the 1980’s

Cooking was one of the chief ways Yaya would spread her love for her family. When she visited my Mom and Dad’s basement apartment in Jamaica, there she was in a foreign city making dozens of pounds of homemade Greek Loukaniko sausage, or trays of baklava and kataifi, or sheets and sheets of homemade phyllo. When we would visit her in the summer, our arrival was always met with a month’s worth of cooking and baking already prepared: from huge baskets filled with koulouria, to trays filled with her famous rivani, to her fresh baked breads and home-made feta cheese, Food was Love. It is this same exact passion that I am immensely proud to say I inherited from her, and that I am honored to imbue with her memory into my own cooking adventures from now, till forever.

Our family’s memories of Yaya are treasured and many—a steady trickle of conversation, of storytelling, and of memorable moments woven into the makings of a mighty stream, very much like the one for which her home, Omvriaki, was named. With ample natural sources of underground freshwater, Omvriaki was home to a set of fountains at the lowest point in the village, which I have many memories of visiting each and every trip to Greece. Yaya’s reaction upon our return would always be the same: immediately check your shoes for thorns (trivolia in Greek), and go wash your feet! Another tale recounts how, when visiting NYC over the Halloween holiday, she quietly stole the Pumpkins adorning our front porch, and made them into a delicious Greek Pumpkin Pie known as Kolokithopita. Upon my mom’s return home that evening, her calls of “Someone stole our pumpkins” were met with the wafting aromas of home cooked Greek Pita.

Growing up, much as now, my mischievous exploits were less likely to be in the mud, and more so in a bag of flour! While she continued to always harangue me about the messes I made, I have fond memories of making pita alongside her (mine was inedible she had declared), following her expert hands in preparing so many of the old world foods which are the embodiment of a generation, a culture, and it’s people. Her homemade traxana—which I distinctly remember going to the local corner market to purchase flour for, as a 10 year old with my Velcro wallet—continues to indulge the senses with indelible flavor memories.

As I grew older, and began to cook more, she continued to always tell me the correct way (i.e., her way) of making a dish, and I would always gladly oblige to listen, as these are some of the strongest heirlooms a family can inherit and pass down. She would tell me to add a dab of mustard to lemon potatoes (Lemonates) for flavor, to make spinach and rice but never mix in the pan until it was done lest it become mucky, to always add rice to spanakopita, but never egg, to make sure her special zucchini crisp known as Mamliga ,always was cooked thin with never-measured ingredients…and the list goes on. If you told her you made the dish she was explaining the recipe for, and happened to add a flair of your own, you were usually apt to hear «Δεν γινεται καλο ετσι, μην βαζεις τετοια μεσα» (It won’t come out that way, don’t put that in the recipe!).

My mom can tell many stories about her strong loving relationship with her mother-in-law. After learning Greek specifically to meet and interact with the family, her relationship with «μαμα» after all these years, through thick and thin, was a true testament that love knows no geographic borders and no limits of language or culture. Her first summers visiting Greece prior to even having married my father, when the family farm was very much alive with animals, farm work, and—of course, no modern plumbing in sight, were probably not your average “meet the parents” type of trip! Their relationship was also a strong one—with my mom often drawing wisdom and counsel from Yaya’s many quips, phrases, and pieces of advice. Yaya’s wisdom was not something you could easily quantify either. She may have not surpassed the 3rd grade given the war-torn circumstances in the country at that time, but her insight into the meanings of life, the workings of the world, and natural and holistic remedies and ways of being, were always the exact right thing we needed to hear. And if all else failed, there was always her memorable phrase “Σε Ματιασαν μανα’μ!» (They put the evil eye on you!), after which she would beckon you into the house for a ritual likely dating hundreds if not thousands of years, whereby she’d recite inaudible prayers, make the sign of the cross, and drip oil into water to ward the evil spirits away from you.

Yaya and my Mom in the garden at Yaya’s house in Omvriaki!
Three generations of women!

Three generations of women!

My sister, who shares the same name as Yaya, and much of the same feist, strong-headedness, and spirit—not to mention very fair skin—had yet her own loving relationship with Yaya. Being young and single, she would always get the «Με το Καλο, και ενα καλο Παιδι» (which I also got till I met Sarah!). Their conversations were filled with the type of kind, gentle, care and love for which we will always remember Yaya. Kat’s pet name to this day with my mom, “Kouchi” was Yaya’s doing—derived from the Greek ‘koutsino’ or small.

Yaya holding my baby Sister, Katerina in Bayside, NY
Yaya and my sister working on some phyllo projects

Sarah was the last to meet Yaya, but I have no doubt in my heart that she too forged a strong and indelible bond when they met for the first time just after our engagement in June of 2019. It was no more than a day or two into our visit before Yaya announced that Sarah was «απο σπιτι», which is the highest honor that a Greek Grandma can bestow on any female figure, especially a future granddaughter in law! It meant that Sarah was raised right—she was raised in a kind, loving home to show common decency and respect. Yaya’s conclusion wasn’t based on some discussion they had, for they spoke different tongues, but instead a result of Yaya’s uncanny ability to truly see a person—see their heart and see their character. Two women, two generations, one whole world apart—and yet, the beauty of her hand-sewn tablecloth (which now adorns our kitchen table as the last gift she gave us), the pride and respect in a clean and well-run home, and the sanctity of a home cooked meal are forms of a universal understanding that no language barrier can upend.

Yaya with Sarah and I during our last visit to Omvriaki in 2019!

As they say in Greek «Να ζειτε να την Θυμοσασται!»–may we live, so we can continue always remembering her! Our memories will be knit with the threads of our summer visits, the delicious flavors at her table, her endearing and timeless jokes and storytelling, and her amazing love for us. Whether it’s a flavor that conjurs her memory, or a dish being cooked from her recipe arsenal, whether it’s an old photo or an old story, or whether even it’s the sights and sounds of the village, or the many stories we fondly hold dear—we will always know this one thing: each and every memory, in any of the myriad forms it may take, is a treasure—a treasure worth safekeeping and kindling as we move forward and look to the next generation. And so, it is not only a treasure, but also a cornerstone of our identity and a priceless family inheritance.

Η αείμνηστη Αικατερίνη Αποστολοπούλου.

Αιωνία η μνήμη!

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.