Γράφει ο Δρ. Πάνος Σταυριανίδης *
Κατά καιρούς, και ιδίως λόγω της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τον χώρο του κοσμήματος, των πολύτιμων λίθων και του χρυσού, μου τίθεται το ερώτημα: γιατί ο χρυσός έχει τόσο μεγάλη σημασία πέρα από την ομορφιά, τη λάμψη, την πολυτέλεια και τη συναισθηματική του αξία;
Θεωρώ, λοιπόν, ότι οφείλω στο ευρύτερο κοινό μια ουσιαστική εξήγηση. Ο χρυσός δεν είναι απλώς το μέταλλο των δαχτυλιδιών αρραβώνων, των βασιλικών στεμμάτων, των ιερών αντικειμένων ή των κοσμημάτων υψηλής αισθητικής. Είναι μία από τις αρχαιότερες οικονομικές γλώσσες του ανθρώπινου πολιτισμού· ένα σιωπηλό αλλά πανίσχυρο μέτρο εμπιστοσύνης, πειθαρχίας, πληθωρισμού και κρατικής ισχύος.
Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο χρυσός δεν επιλέχθηκε τυχαία. Επιλέχθηκε μέσα από την εμπειρία των λαών και των πολιτισμών. Δεν σκουριάζει, δεν διαβρώνεται, δεν αλλοιώνεται εύκολα με το πέρασμα του χρόνου. Είναι σπάνιος, διαιρέσιμος, φορητός, όμορφος και αναγνωρίσιμος σχεδόν παντού.
Ένα χρυσό νόμισμα θαμμένο στη γη ή ανασυρμένο από τον βυθό της θάλασσας μπορεί ακόμη και μετά από αιώνες να διατηρεί τη φυσική και οικονομική του αξία. Το χαρτονόμισμα δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Οι πολιτικές υποσχέσεις δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Ο χρυσός αντέχει, διότι δεν εξαρτάται από τον χαρακτήρα ενός ηγεμόνα, την πειθαρχία ενός κοινοβουλίου ή την αξιοπιστία μιας κεντρικής τράπεζας.
Για να κατανοήσουμε τον χρυσό, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε και το λεγόμενο fiat χρήμα, ή αλλιώς παραστατικό χρήμα. Fiat είναι το νόμισμα που έχει αξία επειδή το κράτος το αναγνωρίζει ως νόμιμο μέσο συναλλαγής. Δεν στηρίζεται άμεσα σε χρυσό ή ασήμι.
Το δολάριο, το ευρώ, η λίρα και σχεδόν όλα τα σύγχρονα νομίσματα είναι fiat νομίσματα. Λειτουργούν επειδή οι άνθρωποι εμπιστεύονται την κυβέρνηση που τα εκδίδει, την κεντρική τράπεζα, το νομικό σύστημα και την οικονομία που τα στηρίζει. Όμως αυτή η εμπιστοσύνη δεν είναι αιώνια. Όταν οι κυβερνήσεις δανείζονται υπερβολικά, τυπώνουν χρήμα ανεξέλεγκτα ή υποτιμούν το νόμισμά τους, τότε το χρήμα χάνει την αγοραστική του δύναμη. Με απλά λόγια: ο αριθμός πάνω στο χαρτονόμισμα μπορεί να παραμένει ο ίδιος, αλλά αυτά που μπορεί να αγοράσει γίνονται όλο και λιγότερα.
Η ιστορία μάς προσφέρει αυστηρές προειδοποιήσεις. Ακόμη και η κλασική Αθήνα, στα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, αναγκάστηκε λόγω πολεμικής εξάντλησης και έλλειψης πόρων να καταφύγει σε νομίσματα ανάγκης κατώτερης αξίας. Αυτό δεν προκάλεσε μόνο του την ήττα της, αλλά υπήρξε σαφές σύμπτωμα της οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτικής της φθοράς. Όταν μια κοινωνία αρχίζει να αλλοιώνει το νόμισμά της για να συντηρήσει πολέμους και υπερεκτάσεις, συχνά έχει ήδη εισέλθει σε βαθύτερη κρίση.
Το ίδιο μάθημα επαναλήφθηκε αργότερα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Ρώμη σταδιακά υποβάθμισε την ποιότητα των νομισμάτων της, μειώνοντας την περιεκτικότητά τους σε πολύτιμα μέταλλα.
Το δηνάριο, κάποτε αξιόπιστο αργυρό νόμισμα, κατέληξε να περιέχει όλο και λιγότερο ασήμι. Η νομισματική αυτή υποτίμηση συνέβαλε στην οικονομική αστάθεια, ιδίως κατά την κρίση του τρίτου αιώνα μ.Χ.
Η Ρώμη δεν κατέρρευσε μόνο εξαιτίας του κακού χρήματος· καμία αυτοκρατορία δεν πεθαίνει από μία και μόνο αιτία. Όμως το κακό χρήμα είναι συχνά σύμπτωμα βαθύτερης ασθένειας: στρατιωτικής υπερέκτασης, πολιτικής διαφθοράς, δημοσιονομικής ανευθυνότητας και απώλειας κρατικής πειθαρχίας.
Αντίστοιχο παράδειγμα προσφέρει και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Για αιώνες, ο βυζαντινός σόλιδος υπήρξε ένα από τα πιο αξιόπιστα χρυσά νομίσματα του κόσμου. Η σταθερότητά του στήριξε το εμπόριο, την αυτοκρατορική ισχύ και το κύρος της Κωνσταντινούπολης.
Όταν όμως αργότερα, ιδίως από τον 11ο αιώνα και μετά, το βυζαντινό χρυσό νόμισμα άρχισε να υποτιμάται, η φθορά αυτή αντανακλούσε βαθύτερες πιέσεις: πολέμους, εσωτερικές συγκρούσεις, οικονομική εξάντληση και αποδυνάμωση της κρατικής ικανότητας.
Το μεγάλο σύγχρονο σημείο καμπής ήρθε με το Bretton Woods. Το 1944, καθώς ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, οι συμμαχικές δυνάμεις δημιούργησαν ένα νέο διεθνές νομισματικό σύστημα.
Τα νομίσματα των χωρών συνδέθηκαν με το αμερικανικό δολάριο και το δολάριο συνδέθηκε με τον χρυσό στην τιμή των 35 δολαρίων ανά ουγγιά. Το δολάριο έγινε έτσι ο άξονας της παγκόσμιας οικονομικής τάξης, επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες κατείχαν τεράστια αποθέματα χρυσού και είχαν εξέλθει από τον πόλεμο ως η κυρίαρχη οικονομική δύναμη.
Ωστόσο, το σύστημα αυτό περιείχε μια εσωτερική αντίφαση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν επ’ άπειρον να χρηματοδοτούν πολέμους, παγκόσμιες δεσμεύσεις, εσωτερικά κοινωνικά προγράμματα και συνεχώς αυξανόμενη πίστωση, ενώ ταυτόχρονα υπόσχονταν στις ξένες κυβερνήσεις ότι τα δολάριά τους μπορούσαν να μετατραπούν σε χρυσό.
Έτσι, στις 15 Αυγούστου 1971, ο Πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον ανέστειλε τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό. Εκείνη η απόφαση, γνωστή ως «Nixon Shock», έκοψε ουσιαστικά τον δεσμό του δολαρίου με τον χρυσό και οδήγησε οριστικά τον κόσμο στην εποχή του fiat χρήματος.
Από τότε, οι Ηνωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν ένα μοναδικό προνόμιο: το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου. Αυτό δίνει στην Αμερική τεράστια δύναμη. Μπορεί να δανείζεται στο δικό της νόμισμα, να επηρεάζει το παγκόσμιο εμπόριο, να επιβάλλει κυρώσεις και, με πολλούς τρόπους, να καθορίζει τους κανόνες του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Όμως το προνόμιο δεν σημαίνει και άτρωτη ισχύ. Σήμερα, το συνολικό δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών πλησιάζει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια. Το παράδοξο είναι εντυπωσιακό: η χώρα της οποίας το νόμισμα στηρίζει το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα φέρει ταυτόχρονα ένα από τα μεγαλύτερα χρέη στην ιστορία.
Γιατί, λοιπόν, έχει ανέβει τόσο πολύ ο χρυσός στη σύγχρονη εποχή; Η απάντηση δεν είναι απλώς ότι ο χρυσός «έγινε ακριβότερος». Σε μεγάλο βαθμό, ο χρυσός κάνει αυτό που έκανε πάντοτε: μετρά την πτώση της αγοραστικής δύναμης του χάρτινου χρήματος.
Όταν οι κυβερνήσεις δημιουργούν τεράστια ελλείμματα, όταν οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν υπερβολικά τη ρευστότητα και όταν ο πληθωρισμός διαβρώνει τις αποταμιεύσεις, ο χρυσός συχνά ανεβαίνει, επειδή οι άνθρωποι αναζητούν κάτι που δεν μπορεί να τυπωθεί.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, διότι οι κεντρικές τράπεζες δεν αγοράζουν χρυσό για λόγους πολυτέλειας ή αισθητικής. Τον αγοράζουν για ασφάλεια, διαφοροποίηση και ανεξαρτησία.
Ο χρυσός δεν έχει εξωτερική πολιτική. Δεν μπορεί να υποστεί κυρώσεις, δεν μπορεί να παγώσει από κάποιο ξένο τραπεζικό σύστημα και δεν μπορεί να δημιουργηθεί με πολιτικό διάταγμα. Σε μια εποχή γεωπολιτικών εντάσεων, κυρώσεων, πληθωρισμού και αμοιβαίας καχυποψίας ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, ο χρυσός γίνεται ξανά ελκυστικός.
Ο χρυσός επηρεάζει επίσης την οικονομία σε ψυχολογικό επίπεδο. Όταν ανεβαίνει απότομα, συχνά δείχνει ανησυχία για τον πληθωρισμό, τη σταθερότητα των νομισμάτων, το δημόσιο χρέος ή τις διεθνείς συγκρούσεις.
Μπορεί να ωθήσει κεφάλαια προς «σκληρά περιουσιακά στοιχεία», όπως πολύτιμα μέταλλα, ακίνητα, εμπορεύματα και ορισμένες μετοχές. Ο ίδιος ο χρυσός δεν προκαλεί πληθωρισμό.
Αντιθέτως, η άνοδός του συχνά αντανακλά τον φόβο ότι το fiat χρήμα χάνει αγοραστική δύναμη. Υπό αυτή την έννοια, ο χρυσός δεν είναι απλώς ένα επενδυτικό προϊόν. Είναι ένα οικονομικό θερμόμετρο. Μας δείχνει ότι κάτι στο σώμα της οικονομίας ίσως έχει πυρετό.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να εγκαταλείψει το χαρτονόμισμα ή να μετατρέψει όλη του την περιουσία σε χρυσό. Κάτι τέτοιο θα ήταν απλουστευτικό και ανεύθυνο. Οι σύγχρονες οικονομίες χρειάζονται πίστωση, τραπεζικό σύστημα, παραγωγικές επενδύσεις, επιχειρηματικότητα και ρευστότητα.
Όμως ένας πολιτισμός που ξεχνά τον χρυσό ξεχνά και την οικονομική πειθαρχία. Ο χρυσός υπενθυμίζει στις κυβερνήσεις ότι το χρήμα πρέπει να αντιπροσωπεύει πραγματική αξία και όχι απλώς πολιτική ευκολία. Υπενθυμίζει στους πολίτες ότι οι αποταμιεύσεις μπορούν να φορολογηθούν σιωπηλά μέσω του πληθωρισμού. Και υπενθυμίζει στις αυτοκρατορίες ότι όταν υποτιμούν το νόμισμά τους, συχνά υποτιμούν και την εμπιστοσύνη πάνω στην οποία στηρίζεται η δύναμή τους.
Ο χρυσός, επομένως, δεν είναι μόνο κόσμημα. Είναι μνήμη. Είναι προειδοποίηση. Είναι το αρχαίο μέτρο εμπιστοσύνης της ιστορίας. Από την Αθήνα του Πελοποννησιακού Πολέμου μέχρι τη Ρώμη, το Βυζάντιο, το Bretton Woods και το σημερινό δολάριο, το ίδιο μάθημα επανέρχεται: όταν οι κοινωνίες αλλοιώνουν το χρήμα τους για να καλύψουν την αδυναμία, τον πόλεμο ή τη δημοσιονομική τους ασυδοσία, συχνά πληρώνουν πολύ ακριβότερο τίμημα αργότερα.
Και όταν ο χρυσός ανεβαίνει, δεν πρέπει να ρωτάμε μόνο: «Πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει;» Πρέπει να ρωτάμε κάτι βαθύτερο: τι μας λέει ο χρυσός για το χρήμα που χρησιμοποιούμε, τις κυβερνήσεις που εμπιστευόμαστε και το μέλλον που οικοδομούμε;
- Ο Δρ. Πάνος Σταυριανίδης, Επιχειρηματίας, Δρ. Πολιτικής Κοινωνιολογίας










