Home ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ Έπος του ’40: Συγκλονιστικά τα απομνημονεύματα του Παναγιώτη Σκαρμούτσου

Έπος του ’40: Συγκλονιστικά τα απομνημονεύματα του Παναγιώτη Σκαρμούτσου

0
O Παναγιώτης Σκαρμούτσος, ετών 20, τον Ιούνιο του 1940, νεοσύλλεκτος στο στρατόπεδο της-Λάρισας

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Η γενιά των αγωνιστών του ‘Επους του ’40 ως επί το πλείστων δεν υπάρχει πια ανάμεσά μας. Τα παιδιά και τα εγγόνια, που μεγάλωσαν με τις αφηγήσεις των γονέων και των παππούδων τους που έγραψαν την πιο λαμπρή σελίδα της νεότερης ιστορίας της γενέτειρας διατηρούν ως κόρη οφθαλμού την παρακαταθήκη τους και σε κάθε δοθείσα ευκαιρία προσπαθούν να την προβάλλουν.

Όχι τόσο για να εκπληρώσουν το χρέος τους προς αυτούς τους ”Αγνωστους Στρατιώτες”, αλλά για να διδάξουν τα παιδιά και τα εγγόνια των ομογενών που πλέον ανήκουν στην δεύτερη, τρίτη, τέταρτη γιατί όχι και στην πέμπτη γενιά των Ελληνοαμερικανών.

Μεταξύ αυτών και οι αδελφές Ιουλία και Δήμητρα Σκαρμούτσου, οι οποίες μερίμνησαν και κατέγραψαν τα απομνημονεύματα του πατέρα τους που αγωνίστηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου και μάλιστα έφτασε μέχρι και το Τεπελένι.

Πορεία Ελλήνων Μαχητών, χειμώνας 1940 – 1941.

Οι αδελφές δεν αρκέστηκαν μόνο με τα απομνημονεύματα, αλλά προέβησαν σε μια συγκινητική δωρεά στην κοινότητα του Αγίου Νικολάου στο Φλάσινγκ για την δημιουργία του Ιερού Παρεκκλησίου των Αγίων Αναργύρων, αφιερωμένο στη μνήμη των γονέων τους, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ και ΜΑΡΙΑΣ ΣΚΑΡΜΟΥΤΣΟΥ από την Λαμία. Ένεκα της γενναιοδωρίας τους και το παρεκκλήσι της Παναγίας στο οποίο γίνονται οι βαφτίσεις είναι αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας τους Μαρίας Σκαρμούτσου.

Τον καθαγιασμό και τα θυρανοίξια του εν λόγω παρεκκλησίου, όπως έγραψαν οι «Αναμνήσεις» τέλεσε προ ενός έτους ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, κ. Ελπιδόφορος  

Η Ιουλία Σκαρμούτσου εν όψει της 86ης επετείου του έπους του ’40 παραχώρησε στις «Αναμνήσεις» αποσπάσματα από τα “Απομνημονεύματα του Παναγιώτη Σκαρμούτσου από την Λαμία που απεβίωσε στη Νέα Υόρκη στις 20 Μαρτίου, 2000”.

Τα αποσπάσματα γράφτηκαν στο νοσοκομείο του Βορείου Γουέστσεστερ της Νέας Υόρκης μερικές εβδομάδες πριν την εκδημία του πατέρα της.  

Στιχάκι γραμμένο πίσω από την φωτογραφία που έστειλε στην χήρα μάνα.

Συγκλονιστικές Μαρτυρίες από το Μέτωπο του 1940-41

«Τα πράγματα έδειχναν ότι θα έχουμε πόλεμο. Λίγο πιο πίσω απ’ το δικό μας φυλάκιο ήταν η ξακουστή γέφυρα της Κακαβιάς. Αυτή τη γέφυρα ο δικός μας μηχανικός την είχε ανοίξει και από τα δύο άκρα, και είχε τοποθετήσει μεγάλες ποσότητες δυναμίτη – σε περίπτωση πολέμου να την ανατινάξουν, όπως και έγινε.

Αυτό το βράδυ του Οκτώβρη 1940 θα μου μείνει αξέχαστο. Έβρεχε με το τουλούμι, κατέβασε ο τόπος. Εμείς μες στο δάσος στην Λίμνη Ζαραβίνας σε αντίσκηνα και από πάνω κλαδιά να μην φαινόμαστε από εχθρικά αεροπλάνα.

Εγώ και ένας άλλος συνάδελφος γεμίζαμε γεμιστήρες με σφαίρες. Έφεξε, επιτέλους, και η βροχή είχε σταματήσει. Και μας περίλαβαν οι Ιταλοί με τα πυροβόλα, γιατί αν και η γέφυρα ήταν κομμένη, αυτοί την έφτιαξαν. Ήρθαμε μέχρι το Καλπάκι, σε ένα χωριό Σιταριά.

O Παναγιώτης Σκαρμούτσος, ετών 20, τον Ιούνιο του 1940, νεοσύλλεκτος στο στρατόπεδο της-Λάρισας

Εκεί είχαν γίνει πολλά χαρακώματα απ’ τον δικό μας μηχανικό, και εκεί ταμπουρωθήκαμε και έγιναν οι πιο σκληρές μάχες. Και εμείς είχαμε νεκρούς, όμως αυτοί πιο πολλούς. Όταν τους παίρναμε στις μάχες και άκουγαν την φωνή μας–όλος ο στρατός μαζί—«Αέραα! Αέραα!» και τα πολυβόλα να βάλλονται, γίνονταν καπνός. 

Μια νύχτα, ο λοχαγός μου έδωσε μια γραπτή διαταγή του να την πάω σε άλλο φυλάκιο. Μου λέει, «Πάρε το άλογο να πας όσο πιο γρήγορα μπορείς».

Τι τόθελα, αυτό ήταν σχεδόν ψόφιο. Ολοσκότεινα μες στο δάσος. Το όπλο μου πιανόταν από τα κλαδιά των δέντρων. Σ’ ενα σημείο, το άλογο δεν περνούσε με τίποτα. Φόρμοζε, σαν νάβλεπε κάτι στο έδαφος. «Τι διάβολο, γιατί δεν περνάει” έλεγα. Νόμισα πως ήταν κορμός δέντρου. Κατεβαίνω κάτω και τραβώντας το καπίστρι, πατώ πάνω σε κάτι, και ειλικρινά πάγωσα. Με το πάτημα άκουσα ένα «χλαακ», σαν να ξεφουσκώνει κάτι. Ακουμπώ το χέρι μου και κατάλαβα ότι ήταν νεκρός στρατιώτης.

Τώρα δικός μας ήταν η του εχθρού, ήταν νύχτα, δεν ξέρω. Εκεί είχε γίνει μάχη χθες. Πάντως και τώρα, μετά από 60 χρόνια, όταν φέρνω στον νου μου αυτή την σκηνή, με πιάνει ρίγος.

Φτάσαμε στο αριστερό μέρος στο Τεπελένι. Εκεί μείναμε πλέον μέχρι το τέλος. Τα χιόνια, μην σας φανεί παράξενο, ξεπερνούσαν και το ενάμιση μέτρο. Νεράκι να πιούμε πουθενά. Βάζαμε χιόνι στις καραβάνες και σιγά-σιγά γινόταν νερό.

Εκεί είχαμε τους πιο πολλούς νεκρούς μας γιατί ο εχθρός μάς είχε επισημάνει σε σταθερό σημείο. Εκεί, στο Τεπελένι, είχαμε τρελαθεί στην πείνα. Το μόνο που είχαμε ήταν ψιλή μαύρη σταφίδα και το παγούρι με το κονιάκ. Τρόφιμα έστελναν με τα ζώα, αλλά μες στα χιόνια, τα ζώα κυλούσαν στις σάρες και σκοτώνονταν, οπότε τα τρόφιμα δεν έφταναν ποτέ. Την σταφίδα, το κονιάκ, και τα τσιγάρα, τα έφερναν φορτωμένα στην πλάτη για  να έρθουν σίγουρα.

Ήταν το βράδυ των Χριστουγέννων, 1940. Ένας στρατιώτης μάς λέει θα πάει σ’ έναν αλβανικό μύλο να φέρει κάτι να φάμε–όλοι πεινούσαμε. Του είπαμε να μην πάει, γιατί μπορεί να σκοτωθεί. «Και από την πείνα σκοτωμένος είμαι, και έτσι δεν με νοιάζει» μας λέει, και πήγε.  Γύρισε με δύο σακίδια καλαμπόκι. Πιο πίσω ήταν μια χαράδρα, και εκεί κάναμε κομματάκια το ξύλινο μέρος απ’ το κουτί των πυρομαχικών, και ψήσαμε το καλαμπόκι στις καραβάνες. Και ο λοχαγός μοίρασε από μισό κύπελλο στον καθένα μας. Και θυμάμαι, έπειτα από 60 χρόνια, που  μας ευχήθηκε λέγοντας, «Εύχομαι μύτη να μην ματώσει από κανέναν σας. Καλά Χριστούγεννα, και του χρόνου στα σπίτια σας όλοι».

Και ως του Αγίου Βασιλείου, δεν βάλαμε τίποτα άλλο στο στόμα μας εκτός από κονιάκ και σταφίδα.

Το πιο φοβερό ήταν η ψείρα.  Εκατομμύρια ψείρες. Καμιά φορά, όταν σπάνια είχε λιακάδα, βγάζαμε την εσωτερική φανέλα, την χτενίζαμε, και την απλώναμε πάνω στο χιόνι. Έβλεπες να φεύγουν σαν τρελές, μιας και δεν αντέχουν στο κρύο. Το λυπηρό είναι ότι όταν σκοτώνονταν συνάδελφοι, τους θάβαμε μέσα στο χιόνι.

Όπου δεν υπήρχε χιόνι, βάζαμε μια στρώση πέτρες, απλώναμε πάνω το πτώμα, και πάλι πέτρες από πάνω. Κοίταγες από πλάγια και έβλεπες τον νεκρό συνάδελφο, που δεν ήταν γραπτό να ξαναδεί την οικογένειά του, αφήνοντας τα κόκκαλά του εκεί πάνω, στα άχαρα βουνά. Αυτά είχε η Αλβανία. Ποτέ πια πόλεμος, ποτέ!

Δεν ξέρω πως επιζήσαμε και δεν αρρωστήσαμε με τόσα και τόσα που περάσαμε. Νηστικοί, άυπνοι, συνεχώς πορεία, γεμάτοι πληγές και ψείρες … μάλλον ο Θεός μας βοηθούσε… ‘Ήμασταν και νέοι τότε, 21 και 22 ετών, νέα παιδιά. «Όλα για την Πατρίδα» λέγαμε και παίρναμε δύναμη.

Δεν τους ξαναείδα τους συναδέλφους μου από τον πόλεμο… Δεν ξέρω στην άλλη ζωή αν θα ξανασυναντηθούμε…»

Αφιέρωμα στη Γενιά του 1940 και στη Μνήμη του Πατέρα μας – Ήρωα Αγωνιστή του Έπους του ΄40 Παναγιώτη Σκαρμούτσου από τη Λαμία

Γενιά των γενναίων, γενιά του ‘40

αθάνατη η μνήμη σας στον χρόνο για πάντα.

Βιβλίο η ζωή σας με τόσα βιώματα

φτωχά και ασήμαντα τα δικά μας διπλώματα.

Ψυχής αυθεντικότητα, καρδιάς μεγαλοσύνη,

καρτερικότητα, αντοχή, σοφία, καλοσύνη,

τι πλούτο ανεκτίμητο που κρύβατε μέσα σας!

Θησαυρός που χάνεται στη βάθη της θάλασσας.

Άλλη γενιά είναι ανήμπορη να σας αντικαταστήσει–

Φάρος λαμπρός ο βίος σας το δρόμο μας φωτίζει.

                                   ~~~~~~~~~

Γενιά των γενναίων, γενιά του ‘40,

για την Ελλάδα παλέψατε στους Άγιους Σαράντα,

Σιταριά, Δερβιτσάνη, μέχρι και Τεπελένι,

στο πέρασμά σας βάψατε με το αίμα σας το χιόνι.

Άϋπνοι, ακούραστοι, με «Αέραα!» μόνο ζούσατε,

«Όλα για την Πατρίδα» θάρρος και τόλμη αντλούσατε.

Της Βέμπω τραγούδια λέγατε, για σας ηλιαχτίδα

επιζώντας, εκ θαύματος, με κονιάκ και σταφίδα.

Ο εμφύλιος ήταν για σας το δεύτερο μέτωπο,

ζώντας και πάλι, από κοντά, τον άδικο θάνατο.

Φίλους σας κλάψατε πάλι κι αδέρφια

όχι από ξένα αυτή τη φορά, μα ντόπια μαχαίρια.

Η ζωή σας ομάλυνε το ‘50 και ‘60

μέχρι το τρίτο πια μέτωπο, αυτό του ‘70.

Μεσήλικες πια, χωρίς καν να θέλετε,

«Για των παιδιών τις σπουδές»” θυσίες θα κάνετε.

Κλείνοντας σπίτια, μαγαζιά, για σας μεγάλο δίλημμα

αρχίζοντας απ’ το μηδέν, δίχως λαλιά και στήριγμα.

Μάχοντας προς το ζην στης ξενιτιάς τα εδάφη,

ο πιο δύσκολος πόλεμος, τα πιο σκληρά πάθη.

Ταλαίπωρη ζωή, δύσκολη, «μαύρη, σαν πίσσα μαύρη»

όσα εσείς περάσατε, κανείς μας μην περάσει.

Παράδειγμα ας μείνετε για μας και τα παιδιά μας,

έμπνευση τα ιδανικά, η αυτοθυσία κι η ανθρωπιά σας.

                                ~~~~~~~~~

Άλλη γενιά είναι ανήμπορη να σας αντικαταστήσει –

Φάρος λαμπρός ο βίος σας το δρόμο μας φωτίζει.

Γενιά των γενναίων, γενιά του ‘40

αθάνατη η μνήμη σας στον χρόνο για πάντα.

                                                                         Ιουλία Σκαρμούτσου

Οκτώβριος 2000

-Advertisement / Διαφήμιση-

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.