Χρονογράφημα: Της καραντίνας το ανάγνωσμα πρόσχωμεν…

0
91
Στιγμιότυπο από την καραντίνα στην Αθήνα. Φωτογραφία: Αρχείο Ευρωκίνησης

Του Δημήτρη Ευαγγέλου Κουτσιούκη *

Νωρίς μας βρήκε η χειμωνιά, ίσια που μπήκε ο Αϊ – Νικόλας – μα στις ανθρώπινες καρδιές μας που δοκιμάζονται σκληρά στον τρισκατάρατο κουρούνας γιο από καιρό στρογγυλοκάθισε μια άλλη παγωνιά και μαύρη απελπισιά .

 Μόλις έφεξε κι έστειλε ο ήλιος το χλωμό του χειμωνόφωτο, άρχισαν να βγαίνουν όλοι γειτόνοι ξεγειτόνοι στο δρόμο,  σαν τα σαλιγκάρια μέσα απ’ το καβούκι τους .Άντε να κλείσεις, συλλογίζομαι, μέσα στα σπίτια τα σοκακιάρικα παιδιά, μικρά, μεγάλα , μικρομέγαλα κι άλλα τρανά με μασελάκια ,φαφουτάκια γεροντάκια με τα δοντάκια τα λειψά.

Κι είμαστ’ αλήθεια  όλοι μας παιδιά, μιας και λίγο πολύ μέσα μας κρύβουμε κι ένα παιδί, όσο βαριά κι αν είναι τα χρόνια που κουβαλά ο καθένας μας πάνω στις πλάτες του. Τι άλλο πια θα μπορούσαμε να κάνουμε στην άραχλη, πρωτόφαντη κι οδυνηρή συγκυρία που αναπάντεχα μας έλαχε και που κανείς μας δε φαντάστηκε, παρά να ξεμυτίσουμε δειλά – δειλά από τα σπίτια μας με την άδεια κυκλοφορίας στα χέρια μας .

Παράξενα πράγματα! Κεραμίδα κατακέφαλα! Ποιος το περίμενε μια τέτοια φυλακή! Ας σπεύδουν μερικοί κατόπιν εορτής να δρέψουν προφητικά στεφάνια δόξας πως τάχα ξέρανε αυτοί το τι θα γίνει. Ξεράδια ξέραμε κι εμείς κι εκείνοι. Κλεισμένοι τώρα και με τη βούλα στα τσαρδάκια μας σαν τα αηδονάκια στο κλουβί γυρνάμε όλοι παλαβοί από καμάρα σε καμάρα, απ’ την κουζίνα στο σαλόνι κι από εκεί στην κρεβατοκάμαρα και ξανά το ίδιο, έτσι να διαβεί η μέρα .

Στιγμιότυπο από την καραντίνα στην Αθήνα. Φωτογραφία: Αρχείο Ευρωκίνησης

Να’ μαι κι εγώ, του λόγου μου, γνήσιος κλεισουρίτης της πανδημίας. Ξυπνώ μπονόρα κι αρχίζω το κελάηδημα το πρωινό: « Αψού κι αψού και βρύση η μύτη και φύσα ρούφα τραντάζω την πολυκατοικία με την πρωινή μου την παράσταση.  Κάποια στιγμή πάω να κάνω το σταυρό μου κι αρχινώ τα αγιωτικά μου: «Δόξα πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι..» και φρου!! μια ρινική αναρρόφηση, σα φυσερό, κάποιο ρουθούνισμα πνιχτό που γίνεται έντονα αισθητό απ’ της συμβίας μου το δελφινίσιο το αυτί έρχεται να διακόψει την πρωινή θρησκευτική κατάνυξή μου:

– Ως πότε θα το κάνεις αυτό; φωνάζει μ’ αγανάκτηση εκείνη, κι εγώ, σα να μη συνέβη τίποτα συνεχίζω απτόητος το βιολί μου: Χρου και χρού «και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.»

Αλλάζω ύστερα δωμάτιο να σπάσω τη μονοτονία, πάω πέρα, πάω δώθε, μπερδεύομαι στα πόδια της στο νοικοκύρεμά της τ’ ασταμάτητο κι ακούω πάλι την καλή μου στις καλές της να ουρλιάζει!

– Πάλι μπροστά μου μπήκες !! 

Κι εγώ χωρίς να το σκεφτώ βρίσκω να πω και στο λεπτό τ’ ανέμελο και ταιριαστό: – Πίσω μου σ’ έχω, σατανά !

Έτσι περνάει η ώρα μου. Αλλά δεν είμαι ο μόνος. Έχω και το συγκάτοικό μου Χρήστο ακριβώς από κάτω μας που με συναγωνίζεται ενδόξως. Κι όταν τελειώσει μια στιγμή με το καλό το φταρνητό και μουγκρητό του σαν της γελάδας το μουγκανητό ή το λιοντάρι που βρυχιέται αρχίζει το αλλόκοτο γλυκό του τραγουδάκι: «ε ό !! ε ό !! ε ό !! νάνα νάνα νάνα νάνα!! νάνα νάνα νάνα νάνα!! λες κι οργώνει στο χωράφι.

Ύστερα σιγά, σιγούλια , μελιστάλαχτα καλεί την Αμαλίτσα του, να’ ρθει σιμά του να του κάνει παρεούλα στη βεράντα: – Ε, Αμαλίτσα,  Αμαλίτσα,  Αμαλιώ, πού είσαι περιστέρα μου! Που είσαι βεργολυγερή μου,  καμάρι μου , ζωή μου! Τίποτε. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση!

– Αμαλία!! Πού είσαι μωρέ…Κι ακολουθεί μια σειρά ευρηματικών χαρακτηρισμών που αντλήθηκαν αυτοστιγμής κι αυθόρμητα απ’ το αθώο βασίλειο των τετραπόδων. Τότε έρχεται κι εκείνη φυσώντας, χλιμιντρώντας, μιλώντας με τη μύτη, μόλις άκουσε τα χαϊδευτικά της, να μπει στη συντροφιά του, να πιουν το καφεδάκι τους,  να το ρουφήξουν μέχρι πάτο με απόλαυση, να κάνουνε και μια ντζούρα σέρτικο χαρμάνι να πάνε κάτω τα φαρμάκια .

Η νοικοκυρά, πάλι, ξέρουμε έχει και δουλειές. Δεν μπορεί να νανουρίζει τον καλό της όλη μέρα στο μπαλκόνι. Φεύγει, που λέτε, η Αμαλίτσα του για ψώνια. Τούτος όμως είναι ακαρτέργος. Του φάνηκε πως άργησε να γυρίσει και τον πήραν οι ανάποδες.

«Θα βρήκε καμιά φιλενάδα να την ξομολογήσει, η σοκακιάρα », σκέφτεται και φυσάει και ξεφυσάει από τα νεύρα του. Κι άμα επιτέλους τη βλέπει να’ ρχεται τρεχάτη, παραλίγο να σωριαστεί απ’ τη βιασύνη της, τής μπήγει  πάλι τις μελιστάλαχτες φωνάρες του και την περιλούζει με τα πιο ευγενικά κοσμητικά του:

– Σιγά μωρέ παλιάλογο! Θα μου τσακιστείς, τρομάρα σου! Πού γκεζιρίζεις τόση ώρα κι άργησες μωρή τρελοκαμπέρω! {Κι άλλο χαϊδευτικό τώρα.}

Νάτο πάλι κι απ’ άλλη τη γωνιά προβάλλει του Βασίλη το κεφάλι. Είναι κι αυτουνού σα μαδημένου κότσυφα και μόνο η μουστάκα του θυμίζει τον παλιό καλό της νιότης τον καιρό. Βγήκε κι αυτός ο έρημος όξω απ’ το λαγούμι του, είδε καλή μέρα, πρωινό ήλιο κι είπε να αρχίσει τα πέρα δώθε μ’ ένα χαρτί στο χέρι , βεβαίωση εξόδου, που γράφει ώρα και σκοπό.

Ψιλά ωστόσο γράμματα για το Βασίλη μας αυτά! Άλλα γράφει στο χαρτί κι αλλού τραβάει  αυτός. Αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται. Ανεμίζει λοιπόν στα χέρια του το διαβατήριο πέρα δώθε πέρα δώθε, κοιτάει ψηλά κάπως αλλοίθωρα το Χρήστο να πούνε καμιά κουβέντα για τη σύνταξη – περιμένουν κι οι δυο τους αύξηση! και πάει, που λέτε, ο λεγάμενος να εξαργυρώσει καθώς όλοι μας την πενιχρή του συνταξιούλα απέναντι στη μαρκέτα, στο φούρνο, στο περίπτερο. Θα πήγαινε κι αλλού, μα στέκει απαγορευτικό.  Κλειστά και με το νόμο τα περισσότερα μαγαζιά.

Όλα τα φρόντισε κι αυτός ο καημένος , αλλά ξέχασε το βασικότερο .

Τον βλέπω από το μπαλκόνι και του φωνάζω: «Καλημερούδια! Πού πας, Βασίλη μου, που πας και τόσο πρωινιάτικα; Κοίταξες, είσαι εντάξει; Το πήρες χαμπάρι, ζούμε το μασκαριλίκι; Μήπως και πας γυρεύοντας για κάνα τριακοσιάρι;

– Γιατί; Α το βλάκα! τη μάσκα! Την ξέχασα! Και βγάζει κάτι από την τσέπη του να βάλει μέσα τη μουσούδα του.

–  Κι έτσι τη βάζεις τη μάσκα; Η μύτη σου είναι όλη έξω! Στραβομουτσούνιασε.

 – Δε με χωράει!

«Ε, πού  να σε χωρέσει, αυτό το πραγματάκι, μια τέτοια μυτόγκα πο’χεις! Χαλκούνι πασχαλιάτικο και πήρες μια μωρουδίστικη μάσκα!

– Τώρα τι να την κάνω, πού να τη βάλω!

Τη μύτη ή τη μάσκα; Και φόρεσε στη μουσούδα του σαν το καλό παιδάκι όπως – όπως , το φίμωτρο της καραντίνας του.

Έφυγε, που λέτε, μα σε λίγο τον βλέπουμε ν’ αράζει στο δρομάκι προσεχτικά – προσεχτικά , πατάκια – πατάκια σαν το παπά που βαστά ευλαβικά τη Θεία Μεταλαβιά. Το κεφάλι του δεν ξεχωρίζει. Κρατάει στα χέρια του μια στοίβα χαρτιά υγείας, σκαρτόχαρτα.

– Ε σύ , Βασίλη, πού τα πας τόσα χαρτιά, σάς πείραξε η πολλή νηστεία φαίνεται, ποιος ξέρει τι καταβροχθίσατε; φωνάζει χαριτόλογα κι  έξω απ’ τα δόντια,  ο Χρήστος.  

– Α, τα βρήκα φτηνά κι είπα να πάρω μερικά, δικαιολογήθηκε εκείνος και πάει δρομαίως για το σπίτι. Αλλά.. νάτος, πρόβαλε και πάλι γι’ άλλο δρομολόγιο. Κι ύστερα από λίγη ώρα εμφανίζεται ξανά βαστώντας ένα καρβέλι ψωμί. Να το απιθώσει κι αυτό στο κονάκι του και να πάει στο ζαχαροπλαστείο για γλυκά .

– Σας λείπουν βιταμίνες , βλέπω ! Αδυνατίσατε, καημένε, όλοι σας στη φαμελιά σου. Από τη μάσα και την ξάπλα γίνατε θρεφτάρια, δε σας χωράει η πόρτα, συνεχίζει τ ’αθώο πειραχτήρι του ο Χρήστος. Για να πάει στη συνέχεια ο Βασίλης μας ποιος ξέρει πόσες ακόμα φορές να κουβαλήσει κι άλλα κι άλλα κι άλλα ως και του πουλιού το γάλα, τηρώντας βέβαια ευλαβικά τους κανονισμούς της καραντίνας:  Μετρημένα δρομολόγια, με το σταγονόμετρο έξω από το σπίτι. Μένουμε σπίτι για να προστατέψουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Να αποφεύγουμε το συγχρωτισμό και κάθε φορά που θα βγαίνουμε να δίνουμε λογαριασμό πού πάμε και τι κάνουμε, αμέ;! Κι ύστερα να ελέγξει η πολιτεία αν τηρούνται αυστηρά τα μέτρα για την πανδημία. Δεν τον πολυνοιάζει φαίνεται η καθολική απαγόρευση για περιορισμό στο σπίτι. Αυτός είναι ορθόδοξος.

Αφού φταρνίζεται και σειέται και λυγίζεται, νάτος κι έρχεται με φούρια και με χαρτικά  καινούρια, που φτάνουν όχι μόνο για το νοικοκυριό του αλλά και για την πόλη όλη. Φταρνίζεται ξανά και ξανά! Γείτσες! Ο ιδρώτας κυλάει ασταμάτητα στα τροφαντά του μάγουλα, που τα σκεπάζει ελάχιστα μια υποψία μάσκας. Τόσες ώρες τη φοράει, ασορτί με το τσαλακωμένο και λερό διαβατήριο της καραντίνας του και ποιος ξέρει πόσες κουρούνες την έχουν κουτσουλίσει!

– Τράβα, μωρέ, και πέταξέ την, τον συμβουλεύει  ο γείτονας,  ο συνονόματός του. Πόσες ώρες τη φοράς. Δεν τη σιχαίνεσαι;

– Πού, ρωτάει  αυτός.

– Να, εκεί στον αχόρταγο , μας έζεξες τρομάρα σου !

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2020 , καραμπινάτα καραντινάτα !

  • { Π. Δημήτρης Κουτσιούκης { Π= παππούλης , όχι πάτερ ! Μακάρι να ήμουνα καλόγερος ,αλλά κατάντησα ένας απλός και μόνο γέρος . Και πάλι, Δόξα τω Θεώ. }

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.