
Η τάξη με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο ελληνικό σχολείο που μόλις ξανάνοιξε στο Μέριλβιλ της Ιντιάνας δεν είναι παιδική. Είναι εκείνη των ενηλίκων.
Το απρόσμενο αυτό στοιχείο συμπυκνώνει το στοίχημα που έβαλε η ελληνορθόδοξη κοινότητα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης: τα ελληνικά να μην παραμείνουν ένα μάθημα μιάμισης ώρας την εβδομάδα, αλλά να επιστρέψουν στην καθημερινότητα ολόκληρης της οικογένειας.
Έπειτα από έξι χρόνια χωρίς ελληνικό σχολείο στην ενορία, παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικοί συγκεντρώθηκαν την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου για τον αγιασμό της νέας σχολικής χρονιάς, τον οποίο τέλεσε ο ιερατικός προϊστάμενος, π. Δημήτριος Μπουρίκας.
Οι εγγραφές πλησίαζαν ήδη τις 100, σύμφωνα με τους υπευθύνους.
Δεν αντέγραψαν το παλιό σχολείο
Η κοινότητα γνώριζε ότι η απλή επιστροφή στο παλαιότερο μοντέλο διδασκαλίας δεν θα ήταν αρκετή. Πριν οργανώσει το νέο πρόγραμμα, απευθύνθηκε στους γονείς και τους ρώτησε τι πραγματικά χρειάζονται τα παιδιά τους.
Η απάντηση ήταν σχεδόν ομόφωνη: πρώτα να μπορούν να καταλαβαίνουν και να μιλούν βασικά ελληνικά.
Η ανάγνωση και η γραφή δεν εγκαταλείπονται, αλλά παύουν να αποτελούν το πρώτο εμπόδιο για ένα παιδί που μεγαλώνει σε αγγλόφωνο περιβάλλον.
«Για να διατηρήσουμε ζωντανή την ελληνική γλώσσα, έπρεπε να ακολουθήσουμε μια διαφορετική προσέγγιση», εξήγησε στον Εθνικό Κήρυκα ο εκπρόσωπος του σχολείου και μέλος του κοινοτικού συμβουλίου Μιχάλης Παβιαδάκης.
Με τη συνδρομή της εκπαιδευτικής πλατφόρμας Ellinopoula.com δημιουργήθηκε ένα πρόγραμμα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της συγκεκριμένης κοινότητας, με μεγαλύτερο βάρος στην κατανόηση και την προφορική επικοινωνία.
Από την προσχολική ηλικία έως τους ενήλικες
Το σχολείο απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, μαθητές έως και τη 12η τάξη, αλλά και σε ενήλικες. Τα μαθήματα πραγματοποιούνται κάθε Τρίτη, από τις 18:00 έως τις 19:30.
Τη διεύθυνση έχει αναλάβει η Αναστασία Παπαμιχαλάκη, ενώ στο εκπαιδευτικό δυναμικό συμμετέχουν οι Μερσίνα Ρούσσου, Αναστασία Μαΐλλη, Καλλιόπη Μπαγκάρα, Αγγελική Κουφού, Καλλιόπη Μαμουζέλου και Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος.
Το γεγονός ότι το τμήμα ενηλίκων εμφανίζει τη μεγαλύτερη συμμετοχή δείχνει πως η ανάγκη επανασύνδεσης με τη γλώσσα δεν αφορά μόνο τη νεότερη γενιά. Γονείς και παιδιά μαθαίνουν παράλληλα, ώστε τα ελληνικά να μπορούν να ακουστούν και έξω από την τάξη – στο σπίτι, στο οικογενειακό τραπέζι και στη ζωή της κοινότητας.









