Γράφει η Εύα Αλιβιζάτου *
Η Μπήλιω όλα μπορούσε να τα δεχθεί αλλά, αν τολμούσε κάποιος να βλασφημήσει τα θεία, γινόταν θηρίο ανήμερο. Κάθε μέρα, κάθε ώρα πάλευε να περάσει στην οικογένειά της την πίστη, αλλά και στους ανθρώπους που συναντούσε στην εκκλησία όπου ήταν καντηλανάφτισσα, να μην βλασφημούν.
Οι άνθρωποι πάνω στα νεύρα ή στον θυμό τους δεν μπορούσαν να συγκρατηθούν. Μα κι αυτή θύμωνε τόσο, που έκανε νηστεία για τα λάθη των άλλων. Ζητούσε την συγχώρεσή τους από τον Παντοδύναμο. Αυτό την ηρεμούσε κάπως. Αλλά την πίκραινε που ο γιος της είχε την βλαστήμια στο στόμα.
Η Μπήλιω μπορούσε να αντέξει τη φτώχεια, την κούραση ακόμα και τις κουτσομπόλες της γειτονιάς κι όλου του χωριού. Όμως, κάθε βλαστήμια που έφτανε στα αυτιά της την έκοβε σαν κοφτερό μαχαίρι που έφτανε στην καρδιά της. Έτσι, νήστευε και προσευχόταν. Αυτό την παρηγορούσε. Αλλά ο πιο μεγάλος πόνος είχε ένα όνομα: Γιάννης, ο γιος της.

Ο Γιάννης ήταν ένα καλό παιδί, τίμιος, αλλά είχε μια άγρια, απερίσκεπτη οργή που εκδηλωνόταν με την αμαρτία αυτή. Όταν χάλασε ο άξονας του φορτηγού του, ποιος είδε τον γιο της και δεν φοβήθηκε.
Η Μπήλιω, η καντηλανάφτισσα που φρόντιζε την πίστη όλων, ένιωθε ότι αυτή χανόταν μέσα στο δικό της σπίτι. Μια Τετάρτη πρωί, ημέρα νηστείας, ο Γιάννης γύρισε πολύ θυμωμένος. Ο εργοδότης του τον είχε αδικήσει, και ο θυμός του ξέσπασε στο τραπέζι.
«Μαμά, είναι άδικο! Είναι γραφτό μας να υποφέρουμε! Ποιος Θεός και…»
Και τότε, η απαγορευμένη λέξη ακούστηκε. Η Μπήλιω δεν φώναξε. Έμεινε ακίνητη, το χέρι της με την κουτάλα μετέωρο. Είχε μείνει παγωμένη. Τα μάτια της, που συνήθως έλαμπαν από τη γαλήνη της προσευχής, γέμισαν δάκρυα πικρίας και απόλυτου τρόμου. Δεν φοβόταν για την τιμωρία του Θεού, φοβόταν για την ψυχή του παιδιού της. Με μια φωνή τόσο σιγανή, τόσο ραγισμένη, τον ανάγκασε να κοιτάξει.
«Γιάννη, σταμάτα. Μη λες αυτό το πράγμα. Είναι η μόνη κληρονομιά που δεν θέλω να σου αφήσω».
Ο Γιάννης, αν και ήταν σκληρός, αγαπούσε πολύ τη μητέρα του. Είδε τον πόνο στο πρόσωπό της, έναν πόνο μεγαλύτερο από κάθε αδικία του κόσμου. Ένιωσε ένα στιγμιαίο τσίμπημα τύψεων και ενοχών, αλλά η οργή ήταν ακόμα ζωντανή μέσα του.
«Μαμά, πώς θέλεις να ηρεμήσω; Εσύ πιστεύεις ότι αυτό βοηθάει, εγώ πιστεύω ότι η ζωή είναι βρωμερή και άδικη!»
Εκείνη την ημέρα, η Μπήλιω πήγε στην εκκλησία, όχι μόνο για να ανάψει τα καντήλια, αλλά για να πέσει στα γόνατα μπροστά στην εικόνα του Ταξιάρχη. Δεν ζήτησε συγχώρεση για εκείνον. Ζήτησε κάτι άλλο. Είχε κουραστεί να ζητά αυτό που δεν έκανε ο γιος της.
Ζήτησε δύναμη για να αποδεχτεί ότι η πίστη είναι ένα δώρο και δεν μπορείς να την επιβάλλεις. Και για πρώτη φορά, συνειδητοποίησε ότι ο αγώνας της δεν ήταν να αλλάξει τον Γιάννη, αλλά να βρει έναν τρόπο να αγαπήσει τον Γιάννη μέσα από την βλαστήμια του. Οι σκέψεις της Μπήλιως δεν ήταν παρά μια νέα εκδοχή στον πόνο της. Τον πόνο της αποδοχής. Για χρόνια, πάλευε να πείσει τον γιο της να πιστέψει στην Θεία δύναμη. Και ήταν λάθος.
Επέστρεψε στο σπίτι, όχι με τη βιασύνη της εξιλέωσης, αλλά ήρεμη. Ο Γιάννης έλειπε και το τραπέζι ήταν άνω κάτω. Η Μπήλιω δεν καθάρισε αμέσως. Κάθισε στη θέση του παιδιού της και ακούμπησε το σημείο που είχε ακουστεί η βλαστήμια του.
Έκλεισε τα μάτια της και για πρώτη φορά δεν προσευχήθηκε για τη σωτηρία του. Προσευχήθηκε για τη δική της καρδιά, για τον εαυτό της.
Οι επόμενες μέρες ήταν ήσυχες. Η Μπήλιω συνέχισε τις νηστείες της αλλά πλέον ήταν σιωπηλές. Δεν ήταν μια ανταλλαγή με τον Θεό για τις αμαρτίες των άλλων αλλά μια προσπάθεια να καθαρίσει το δικό της βλέμμα για να δει τον γιο της καθαρά, χωρίς κατηγορίες για την έλλειψη της πίστης του.
Μια βροχερή νύχτα, ο Γιάννης δεν γύρισε. Πέρασαν δύο μέρες που ήταν άφαντος. Η Μπήλιω ανησύχησε, αλλά δεν πανικοβλήθηκε. Ήταν μια γυναίκα της πίστης και της υπομονής.
Την τρίτη μέρα, ένα τηλεφώνημα από το νοσοκομείο της έκοψε την αναπνοή. Ο γιος της είχε ατύχημα με το φορτηγό. Ήταν σοβαρά τραυματισμένος. Η Μπήλιω έτρεξε. Στο διάδρομο του νοσοκομείου ο παπα-Αντώνης της ενορίας την περίμενε.
«Μπήλιω μου, πρέπει να προσευχηθούμε. Ο Γιάννης…»
Η Μπήλιω τον σταμάτησε, κρατώντας το χέρι του παπά τόσο σφιχτά που εκείνος ένιωσε τον πόνο της.
«Πάτερ, δεν θέλω να ακούσω τίποτα για προσευχή. Θέλω να δω το παιδί μου».
Μπήκε στο δωμάτιο. Ο Γιάννης ήταν γεμάτος σωληνάκια και χλωμός. Τα μάτια του ήταν κλειστά. Κάθισε δίπλα του. Πήρε το τραχύ χέρι του, το ίδιο χέρι που έσφιγγε το τιμόνι του φορτηγού, το ίδιο χέρι που με την οργή του έσπαγε πιάτα.
Και τότε, η Μπήλιω έκανε το αδιανόητο γι’ αυτήν. Δεν του ψιθύρισε μια προσευχή. Δεν του μίλησε για τη συγχώρεση. Του ψιθύρισε:
«Γιάννη μου, ξέρω ότι η ζωή σού φάνηκε άδικη. Ξέρω ότι πόνεσες. Δεν σε κρίνω, παιδί μου. Ό,τι κι αν είπες, ό,τι κι αν έκανες, η αγάπη μου είναι εδώ».
Για πρώτη φορά, θυσίασε την ανάγκη της για την αγνότητα, για την πίστη του, στο βωμό της απόλυτης μητρικής αγάπης. Ήταν η μεγαλύτερη, η πιο ειλικρινής πράξη πίστης που είχε κάνει ποτέ: να αγαπήσει τον γιο της χωρίς όρους, ακόμα και με τη βλαστήμια του. Ήταν η μάνα του.
Ο Γιάννης συνήλθε, αργά αλλά σταθερά.
Τον καιρό / Το διάστημα της ανάρρωσης, η Μπήλιω δεν τον πίεσε, του διάβαζε εφημερίδες, κόμικς που του άρεσαν, του έκανε τα αγαπημένα του φαγητά. Μια μέρα, καθώς τον τάιζε, εκείνος δάκρυσε.
«Μαμά» είπε με δυσκολία, “δεν ξέρω γιατί… Εγώ… δεν το κάνω επίτηδες. Όταν θυμώνω δεν…»
Η Μπήλιω τον σταμάτησε απαλά.
«Ξέρω, Γιάννη μου, ξέρω. Ο πόνος είναι καμιά φορά πιο δυνατός απ’ τη γλώσσα».
Από εκείνη την ημέρα η Μπήλιω σταμάτησε τις νηστείες εξιλέωσης για τους άλλους. Συνέχισε να ανάβει τα καντήλια της Εκκλησίας αλλά με μια νέα γαλήνη.
Η καντηλανάφτισσα είχε βρει την αληθινή της αποστολή στη ζωή – όχι να κρίνει τις αμαρτίες των άλλων αλλά να είναι το αδιάκοπο φως της αγάπης στη δική της οικογένεια.
Η πίστη της δεν ήταν πια μια αυστηρή απαίτηση αλλά μια αγκαλιά που χωρούσε και την αγιότητα και την ανθρώπινη οργή. Είχε καταλάβει ότι η σωτηρία δεν βρίσκεται στην απουσία της βλαστήμιας αλλά στην πληρότητα της αγάπης που, εν τέλει, είναι η μοναδική αληθινή απάντηση σε κάθε ανθρώπινο πόνο.
Τις επόμενες μέρες, ο Γιάννης βγήκε από το νοσοκομείο και ήταν γερός και σιδερένιος.
Η Μπήλιω τελείωνε την καθαριότητα στην εκκλησία κι αφού έσβησε τα τελευταία μικρά κεριά, βγήκε έξω στην εξώπορτα.
Εκεί, την περίμενε ο γιος της. Του χαμογέλασε και του έπιασε το χέρι. Ήταν χαρούμενη και ήρεμη. Περπάτησαν για το σπίτι δίχως φόβο για την αβέβαιη ζωή.
- Η Εύα Αλιβιζάτου είναι αρθρογράφος – συγγραφέας










