Γράφει ο Μανώλης Κασσώτης

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Σύμφωνα με το BBC του Λονδίνου, στις αρχές του πολέμου στην Ουκρανία ο Ιβάν Σκίμπα, πατέρας τεσσάρων μικρών παιδιών, συνελήφθη από Ρώσους στρατιώτες στη μικρή πόλη Μπούκα και μαζί με άλλους Ουκρανούς οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Ο Ιβάν αιμορραγούσε από ένα τραύμα στο πλευρό του αλλά ήταν ζωντανός, ξαπλωμένος ανάμεσα στους νεκρούς. Ένιωθε την ανάγκη να εκπνεύσει για να αντέξει τον πόνο. Ήξερε όμως ότι αν το έκανε θα πέθαινε. Η θερμοκρασία ήταν μόλις λίγο πάνω από το μηδέν και το ζεστό του χνώτο θα φαινόταν στον παγωμένο αέρα και θα πρόδινε ότι ήταν ζωντανός.

Οι Ρώσοι κοίταζαν τα σώματα των ανδρών που μόλις είχαν πυροβολήσει, για να δώσουν τη χαριστική βολή σε όσους έδειχναν ακόμα ζωντανοί. Ο Ιβάν άκουσε έναν από τους Ρώσους να λέει: «Αυτός είναι ακόμα ζωντανός!», και αναρωτήθηκε αν έλεγαν γι’ αυτόν. Ίσως μιλούσαν για κάποιον άλλον. Παρ’ όλα αυτά, περίμενε από στιγμή σε στιγμή να δεχθεί τη σφαίρα.

Αιμορραγούσε από το τραύμα του, όταν άκουσε άλλον Ρώσο να λέει: «Θα πεθάνει από μόνος του!». Στη συνέχεια ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Χτύπησε κάποιον άλλο. Ο πόνος από το τραύμα του ήταν ανυπόφορος αλλά δεν μπορούσε να φωνάξει, και έμεινε ακίνητος ανάμεσα στους δολοφονημένους συμπατριώτες του.

Σήμερα, ο Ιβάν με την οικογένεια ζουν στην Πολωνία χωρίς φόβο. Οι μελανιές στο πρόσωπο του έχουν φύγει και το τραύμα του έχει γιατρευτεί. Όμως τις νύχτες, όταν όλοι κοιμούνται, τα τραύματα στη μνήμη του είναι ανοιχτά. Αυτή είναι η ιστορία του Ιβάν, του άνδρα που γύρισε από τους νεκρούς.

Κάτι παρόμοιο συνέβη το 1824 στο Ολοκαύτωμα της Κάσου

Όταν οι Κασιώτες είδαν πως θά ‘πεφτε η Κάσος, αποφάσισαν να στείλουν τις οικογένειες τους σε κρυψώνες και έβαλαν από δυο νεαρούς στον κάθε κρυψώνα για να μεταφέρουν νερό στους γέρους και στα γυναικόπαιδα. Τον Δημήτρη Νικολάντο και τον Νικόλα του Γιώργη τους έβαλαν στον κρυψώνα του Τρούσσουλα. Αλλά ας αφήσουμε τον Δημήτρη να μας διηγηθεί:

«Μια πρωινή, θάταν 3 μετά τα μεσάνυχτα, βγήκαμε με τα τουλούμια, να πάμε να φέρουμε νερό, πριν ξυπνήσει ο κόσμος. Ξαφνικά παρουσιάστηκε μια ομάδα Τούρκων και μας κυνήγησαν. Πετάξαμε τα τουλούμια και τρέχαμε, μπροστά ο Νικόλας και πίσω εγώ. Άξαφνα είδα τον Νικόλα να πέφτει σκοτωμένος και ‘γώ, πέρασα από πάνω του. Όπως έτρεχα, οι μπάλλες σβούριζαν από δεξ(ι)ά και ζερβά. Σαν έφτασα κοντά στο περιγιάλι, μούρθε μια μπάλλα στο ζερβό μου ώμο και λιποθύμησα, γιατί έχασα πολύ αίμα. Ευτυχώς έπεσα ο μισός μέσα στη θάλασσα και ξελιποθύμησα”.

«Εσκέβγουμουν όμως, πως οι Τούρκοι ήταν κοντά μου και δεν το κούνισα από τη θέση μου. Τους άκουγα που μιλούσαν και με τα μάδια μου μισάνοικτα τους έβλεπα. Άλλοι πήγαιναν στον Νικολάκη και άλλοι ήρκουντο σε μένα. Ήξερα πως εκόβγασι τ’ αυτιά (για να πάρουν την αμοιβή τους), αλλά τι να κάμω; Αποφάσισα ν’ αντέξω να μου κόψουν τ’ αυτιά, παρά να με σκοτώσουν. Ήρτασι το λοιπό και μου κόψασι τα αυτιά μου και με κλωσσές και με τα κοντάκια με σπρώξασι στη θάλασσα, και καλά, για να με φάν(ε) τα ψάρια».

«Αλλά εγώ βρέθηκα ανάσκελα και με τα χέρια μου αποκάτω ήσπρωχνα σι(γ)ανά-σι(γ)ανά και άνοι(γ)α προς το πέλα(γ)ος. Όμως, οι Τούρκοι μετάνοιασαν και θέλαν να με σερκάρουν για παράδες. Αλλά, ο Τούρκος πούθελε να με σερκάρει περπάτησε μες στη θάλασσα και βράχηκε. Μού(δ)ωκε μια με το κοντάκι του και πήγα πιό όξω. Εγώ μιλιά, μόνο ήλαμνα από κάτω με τα χέρια μου ώστα που ‘λάργαρα και παίζω ένα βουτήδι, 3 λεπτά, μέχρι να βγώ να πάρω αναπνιά, και πάλι το ίδιο. Οι μπάλλες επέφτα γύρω μου, αλλά εγώ ‘μουν ψάρι του πελά(γ)ου στο κουλούμπι και (δ)ε(ν) με φτάνασι. Τέλος αυτοί εφύ(γ)ασι και εγώ τράβηξα κατά τον Τρούσσουλα, αλλά ο ζερβός μου νώμος και τ’ αυτιά μου με πονούσαν τρομερά».

«Τέλος έφτασα κακώς έχοντα στον Τρούσσουλα. Ότι που ετοιμαζόμουν να βγώ στη στεργιά, βλέπω μέσα από τη θάλασσα να βγαίνει μια κεφαλή. Εγώ φοβήθηκα πως ήταν φώκια, αλλά ήταν ο Παπά Μανώλης του Διάκο Κανάκη. Τότες λοιπό μούπε: ‘μπιά(σ)ε την αναπνιά σου και (β)ούτα’. Βρέθηκα σε μια καμάρα και ο Παπά Μανώλης έμπιασε, με το ποκάμισο του και μου ‘δεσε τον ώμο και τ’ αυτιά μου».

«Ανέ(β)ηκα μέσα από την καμάρα και που βρέθηκα θαρρείτε; μέσα στην χώστρα μας! Μ’ εγώ ‘ξέρα την απάνω τρύπα της στεριάς, (δ)ε(ν) ήξερα της θάλασσας. Αμέσως διαδόθηκε μέσα στη χώστρα πως εξεμπάρκαραν οι Τούρκοι, κι έβλεπες μια άκρα ησυχία, για να μη τυχόν κι ακούσουν οι Τούρκοι. Τα παιδιά που κλαίασι τους έβαλλαν μαντίλια στο στόμα».

«Ύστερα ‘πο λί(γ)ες μέρες, οι Τούρκοι βάλαν ανθρώπους που γυρίζαν και χτυπούσαν τσαμπάλια και φωνάζασι: ‘Ξεκρυφτείτε και προσκυνήσαμε’. Εξεκρύφτημε και τία να (δ)ούμε; σκοτωμένους εγιά, σκλάβους εκεί (δ)α. Όποιοι είχασι παρά(δ)ες εξεσκλα(β)ώνασι τους ε(δ)ικούς των. Όποιοι (δ)εν είχασι τους πέρνασι μαζί τους. Άμα εφύ(γ)ασι, όσοι ‘πωμείνα, άλλοι πήασι στη Νιο (Ίον), άλλοι στη Μήλο και άλλοι στην Αξιά (Νάξο). Εγώ τόπιασα μεράκι για τ’ αυτιά μου κι εμπάρκαρα με τα καράβια”.

«Και μια βολά που περνούσαμε από την Οντέσσα (Οδησσό) εξεμπάρκαρα. Οι Έλληνες και οι Ρούσσοι, σαν με εί(δ)ασι με τ’ αυτιά μου κομμένα με πήρασι για εθνομάρτυρα και η Ρουσική Κυβέρνηση με ‘καμε Ρώσσο υπήκοο. Ύστερα με ‘ζήτησε γαμπρό του ο αγωνιστής Μανώλης του Μανιά και γύρισα στη Κάσο και παντρεύτηκα».

Πέρασαν τα χρόνια, ο Δημήτρης, έμεινε στην ιστορία του Ολοκαυτώματος της Κάσου ως ο Κουτσουλάφτης, λόγω του κόψιμου των αυτιών του.

- Advertisement -

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.