Της Αλεξάνδρας Χατζηγεωργίου *
Οι τοίχοι των εγκαταλελειμμένων κτιρίων και οι δρόμοι, δεν ήταν ποτέ απλώς χώροι του αστικού τοπίου για τον Στέλιο Pupet. Ήταν καμβάς, καταφύγιο, τρόπος έκφρασης και τελικά τρόπος ζωής. Από τα πρώτα του παιδικά χρόνια, μέχρι τις μεγάλες τοιχογραφίες που σήμερα κοσμούν πόλεις και φεστιβάλ σε διάφορα μέρη του κόσμου, η ζωγραφική υπήρξε η πιο σταθερή σχέση της ζωής του.
Ο ίδιος θυμάται ξεκάθαρα το πρώτο πράγμα που ζήτησε ποτέ ως παιδί και επισημαίνει μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων πως, «όταν οι γονείς μου, όντας πολύ μικρός, με ρώτησαν τι δώρο θα ήθελες να σου πάρουμε, τους είπα θέλω ένα καβαλέτο και μπογιές. Θυμάμαι η πρώτη μου ζωγραφιά σε αυτό το καβαλέτο ήταν ένα τοπίο με ένα τρένο, καθώς είχα και μία τρέλα με αυτά».
Από εκείνη τη στιγμή που τον καθόρισε, μέχρι σήμερα, η ανάγκη δημιουργίας δεν σταμάτησε ποτέ να τον ακολουθεί και εξελίχθηκε μαζί του. Ξεκίνησε, όπως σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, σχεδιάζοντας περισσότερο από τη φαντασία του και επηρεασμένος από το graffiti και το cartoon ύφος και η πορεία προς την παραστατική ζωγραφική ήρθε μέσα από τη μαθητεία και την ακαδημαϊκή εκπαίδευση. «Η σχολή και ειδικά το φροντιστήριο πριν από αυτήν, με έκανε να κινηθώ πιο πολύ προς τη ζωγραφική εκ του φυσικού. Οι τοίχοι είναι κάτι που το κάνω μια ζωή. Αρχικά με το γκράφιτι και στη συνέχεια με τα murals. Για εμένα είναι ένας τρόπος διαφυγής και περισυλλογής. Μου αρέσει πολύ το να βρίσκομαι έξω σε κάποιο ήσυχο μέρος και να προσπαθώ να τιθασεύσω ένα μεγάλο τοίχο. Οι μεγάλες επιφάνειες είναι κάτι σαν πρόκληση, αρχικά φαίνονται πολύ δύσκολες, αλλά άπαξ και ξεκινήσεις είναι σαν ο τοίχος να χωρίζεται σε μικρότερα μέρη, τα οποία γίνονται πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμα».
Η διαδικασία που ακολουθεί έχει σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Πρώτα αναζητά το κατάλληλο σημείο, έναν τοίχο «με χαρακτήρα και φυσική φθορά». Όταν ξεκινήσω πρώτα καθαρίζω και βάφω τον τοίχο με ένα λευκό χρώμα, στη συνέχεια δημιουργώ έναν κάναβο, ώστε να με βοηθήσει να σχηματίσω το σχέδιο και να σχεδιάσω το πώς θα κινηθώ στην πορεία. Από κει και πέρα και αφού έχω σχηματίσει το σχέδιο με τη βοήθεια του κάναβου, χρωματίζω επιφάνειες, επανασχεδιάζω κάποια πράγματα, αφαιρώ κάποια άλλα και γενικά όλα παίρνουν το δρόμο τους, χωρίς να έχω σαφή εικόνα το πού θα καταλήξει».
Σε αντίθεση με τον δρόμο, ο καμβάς όπως εκμυστηρεύεται ο Στέλιος Pupet, κουβαλάει μια διαφορετική αίσθηση ευθύνης. «Στον καμβά, υπάρχει πολύς περισσότερος χρόνος για σκέψη και αλλαγές. Σημαντικό επίσης, είναι το γεγονός ότι ο καμβάς μένει ενώ τα έργα έξω είναι εφήμερα, οπότε ίσως και ασυναίσθητα πάντα έδινα μεγαλύτερη βάση στον καμβά».
Παρά τη βαθιά προσωπική του σχέση με τη δημιουργία, ο Στέλιος Pupet αποφεύγει τη διδακτική διάσταση της τέχνης. «Δεν θέλω να περάσω κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα», τονίζει, και υπογραμμίζει πως, «αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δημιουργώ, μία σύγχρονη εικόνα προσιτή και ευχάριστη. Κάποιες φορές υπάρχει μια προσωπική ιστορία πίσω από το έργο, αλλά δεν αισθάνομαι την ανάγκη να την εξηγήσω. Το έργο αφήνεται ελεύθερο απέναντι στον θεατή».
Αν και πολλοί θα έσπευδαν να συγκρίνουν τη street art του, με μορφές όπως ο Banksy, ο ίδιος κρατά αποστάσεις από τέτοιες ταυτίσεις. «Κάνει κάτι πολύ διαφορετικό από ό,τι εγώ», σημειώνει, «αναγνωρίζω βέβαια τη σημασία του για την παγκόσμια street art σκηνή, όμως προσπαθώ να μην επηρεάζομαι», λέει, αν και παραδέχεται πως ίσως αυτό να συμβαίνει «ασυναίσθητα».
Η πραγματικότητα πίσω από μια μεγάλη τοιχογραφία απέχει πολύ από τη ρομαντική εικόνα που συχνά βλέπει το κοινό. Η μεταφορά εξοπλισμού, οι δύσκολες συνθήκες και ο χρόνος αποτελούν καθημερινές προκλήσεις για τους καλλιτέχνες του δρόμου. «Το να μεταφέρω όλα τα πράγματα μόνος μου είναι πλέον πολύ κουραστικό, ιδιαίτερα στα project του εξωτερικού, όπου υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, ακόμη και ο καιρός μπορεί να ανατρέψει τα πάντα».
Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να πιστεύει βαθιά στη δύναμη της δημόσιας τέχνης. «Πλέον θεωρώ ότι με τις ζωγραφιές μεγάλης κλίμακας η πόλη ομορφαίνει. Η αισθητική όμως, παίζει καθοριστικό ρόλο. Είναι ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στην άναρχη εικόνα των tags και των συνθημάτων που κυριαρχούν σε πολλούς ελληνικούς δρόμους.
«Δυστυχώς στην Ελλάδα κατά τη γνώμη μου δεν έχουν αξιοποιηθεί “τα ταλέντα” της χώρας όσον αφορά τη ζωγραφική στο δρόμο και όχι μόνο βέβαια. Ευτυχώς όμως, υπάρχει και το εξωτερικό, όπου τα πράγματα λειτουργούν πιο όπως πρέπει, να πω. Για μένα είναι κρίμα καθώς θα μπορούσαμε να έχουμε κάποιες φανταστικές δουλειές εκεί έξω. Τώρα όσον αφορά όλο αυτό το μπάχαλο με τα γκράφιτι, τις υπογραφές στους δρόμους της χώρας, αν και παλιός γκραφιτάς νομίζω ότι δεν έχει καμία αισθητική και προσωπικά το θεωρώ αποκρουστικό, και θλιβερό, άσχετα αν για κάποιους θεωρείται κάποιου είδους Μέκκας», επισημαίνει.
Παρά τη διεθνή του πορεία και τη συμμετοχή του σε φεστιβάλ και εκθέσεις ανά τον κόσμο, ο Στέλιος Pupet δεν μοιάζει να κυνηγά κάποιο μεγαλεπήβολο όνειρο αναγνώρισης. Υπάρχει όμως μια πρόκληση που παραμένει ανοιχτή, ένα τεράστιο, ψηλό κτήριο. Το μόνο εμπόδιο; Η υψοφοβία του. «Κάτι που θα μου άρεσε να κάνω είναι ένα πολύ μεγάλο και ψηλό κτήριο. Μου δόθηκε η αίσθηση ότι το κατάφερα όταν ζωγράφισα στο πάτωμα σε πολύ μεγάλη κλίμακα, άλλα σίγουρα δεν είναι το ίδιο. Αν στο κοντινό μέλλον μού φύγει η υψοφοβία το βλέπουμε», σημειώνει ο νεαρός καλλιτέχνης υπενθυμίζοντας πως η ζωή είναι μια συνεχής προσπάθεια υπέρβασης, όχι μόνο ενός τοίχου, αλλά και των ίδιων των προσωπικών ορίων.
- Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ.










