Γράφει η Εύα Αλιβιζάτου *
«Η δική μου η ζωή είναι ωραία, έχει πλούτη και μεγαλεία. Με ενοχλούν οι φτωχοί και δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω ένα με αυτούς. Ίσως είναι κι άξιοι της μοίρας τους».
Η Φωτεινή διάβαζε την βιογραφία της γνωστής συγγραφέα και ένιωσε λύπη. Τη θαύμαζε, έχοντας διαβάσει πληθώρα βιβλίων της. Τώρα όμως την ενοχλούσε τόσο, που μετέφερε τις σκέψεις της ως αυτοβιογραφία. Έπαρση, αλαζονεία, χωρίς καμία ταπεινότητα. Η Φωτεινή πέταξε το βιβλίο στην άκρη και έκλεισε τα μάτια.
«Φτωχή». Ερχόταν στο μυαλό της η λέξη. Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν τους φτωχούς. Που τους κοιτούν με περιφρόνηση. Η λέξη «φτωχή» “είχε σφηνωθεί στο μυαλό της πιο δυνατή από κάθε κριτική.

Όπως κι η φράση: «άξιοι της μοίρας τους» που είχε διαβάσει ‒ ήταν γραμμένη με απόλυτη ενσυναίσθηση, πηγάζοντας από τις σελίδες της γυναίκας που μέχρι πρότινος τη θεωρούσε έναν φάρο της λογοτεχνίας.
Άνοιξε ξανά τα μάτια της και κοίταξε το πεταμένο βιβλίο. Ένα εξώφυλλο σίγουρα ακριβό, δερματόδετο. «Είναι εύκολο να γράφεις για την ανθρώπινη ψυχή, όταν δεν την έχεις αισθανθεί ποτέ να πεινάει» μονολόγησε το κορίτσι.
Η Φωτεινή δεν είχε πλούτη, αλλά είχε κάτι πολύ πιο σπάνιο: την καθαρή ματιά του παρατηρητή που ζει ανάμεσα σε όσους υποφέρουν. Η καθημερινότητά της ήταν γεμάτη από τις μικρές πράξεις αγάπης. Αγαπούσε την ηλικιωμένη που μοιραζόταν το μισό της ψωμί, τον πατέρα που δούλευε δύο δουλειές χωρίς παράπονο, το παιδί που διάβαζε με το φως των κεριών.

Σηκώθηκε, πήρε το βιβλίο και το κοίταξε για τελευταία φορά. Της είχε περάσει ο θυμός. Αισθανόταν όμως μια παράξενη δύναμη για το τι έπρεπε να κάνει. Η θαυμάστρια μέσα της είχε τελειώσει αλλά είχε γεννηθεί κάτι νέο: η συγγραφέας που θα γινόταν ίδια. Πήγε στο μικρό της γραφείο, άναψε το φως και πήρε ένα καινούργιο, άδειο τετράδιο. Ήξερε ακριβώς ποια έπρεπε να είναι η πρώτη πρόταση.
«Η δική μου η ζωή δεν έχει πλούτη και μεγαλεία, αλλά έχει ιστορίες αληθινές που πρέπει να διαβαστούν».
Το μολύβι της άρχισε να κινείται, γεμίζοντας τη σιωπή του δωματίου. Για πρώτη φορά, δεν ένιωθε καθόλου φτωχή, μα ένιωθε τη δύναμη της πένας. Άρχισε να γράφει, όχι κάτι περίπλοκο, αλλά την αλήθεια που ζούσε στη διπλανή πόρτα.
«Ο κυρ Μήτσος είχε χέρια τραχιά σαν φλοιό δέντρου και μάτια που είχαν δει πάρα πολλές καταιγίδες. Κάθε ξημέρωμα, τα βήματά του ακούγονταν στο πεζοδρόμιο, βιαστικά μα πάντα βαριά. Δεν πήγαινε σε δουλειά με κοστούμι. Πήγαινε να μαζέψει χαρτόκουτα. Πήγαινε με αξιοπρέπεια .Δεν ήθελε να ζητιανέψει. Ήθελε να κερδίσει το ψωμί του, τίμια, ακόμα κι όταν τα χαρτόνια ήταν δέκα κιλά και το ψωμί μισό κιλό. Τον είδα μια φορά να σκύβει και να παίρνει ένα πεταμένο, μισοφαγωμένο κουλούρι. Δεν το έφαγε. Το τύλιξε σε μια χαρτοπετσέτα. Αργότερα, το έδωσε σε ένα αδέσποτο σκυλί που τριγυρνούσε στην πλατεία. Το βλέμμα του, καθώς το έκανε, δεν ήταν θλιμμένο. Χαμογελούσε. Αυτός ήταν ο ‘άξιος της μοίρας του’, ένας άνθρωπος που, ακόμα και στην πείνα του, είχε περισσότερη αγάπη να δώσει από όλα τα ‘πλούτη και μεγαλεία’ της άλλης γυναίκας. Η δική του η ψυχή δεν ήταν φτωχή. Ήταν ανυποχώρητα περήφανη”.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Δεν ήταν πια μια απλή ανάγνωση. Ήταν μια μάχη που κέρδιζε, λέξη προς λέξη, ενάντια στην περιφρόνηση. Κάθε γραμμή που έγραφε ήταν μια πράξη δικαιοσύνης. Μια γέφυρα ανάμεσα σε εκείνους που έγραφαν για τη ζωή και εκείνους που την έζησαν στ’ αλήθεια. Η Φωτεινή συνέχισε να γράφει, νιώθοντας ότι το χέρι της είχε πάρει την δική του διαδρομή.
Η ιστορία του κυρ Μήτσου ήταν μόνο η αρχή. Ακολούθησαν οι σελίδες για την κυρία Ελένη, τη μοδίστρα που έραβε τις τρύπες της γειτονιάς με υπομονή και χαμόγελο. Έγραψε για τα παιδιά στη γειτονιά, που έπαιζαν ποδόσφαιρο με σκισμένες μπάλες και παλιά, τρύπια παπούτσια αλλά, χαμογελούσαν παραπάνω από τα ανικανοποίητα πλουσιόπαιδα. Κάθε λέξη ήταν ένα λιθαράκι αξιοπρέπειας που το τοποθετούσε ενάντια στην αλαζονεία. Ήταν η δική της απάντηση στην βιογραφία που είχε πετάξει.
Πέρασαν μέρες, νύχτες και εβδομάδες. Το τετράδιο γέμισε, και ακολούθησε ένα δεύτερο, μετά ένα τρίτο. Το έργο της δεν ήταν μια φανταστική πλοκή, αλλά ένας καθρέφτης της ψυχής του κόσμου, που η συγγραφέας “του πλούτου και των μεγαλείων” είχε επιλέξει να αγνοήσει. Όταν τελείωσε την τελευταία της ιστορία, την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού που μοιράστηκε το μοναδικό της μολύβι με τον αδελφό της και έγραφαν με δόσεις, η Φωτεινή έκλεισε το τετράδιο. Έβαλε το κεφάλι της πάνω στα γραμμένα φύλλα και ένιωσε μια βαθιά, ήσυχη πληρότητα. Δεν είχε χρήματα, αλλά είχε πλέον ένα βιβλίο.
Και τότε, η αγάπη που είχε δώσει, η αγάπη που είχε δείξει στους χαρακτήρες της, η συμπόνια που είχε μετατρέψει σε γραφή, άρχισε να επιστρέφει. Έστειλε το χειρόγραφό της, διστακτικά στην αρχή, σε μικρούς εκδοτικούς οίκους. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει. Οι εκδότες εντυπωσιάστηκαν από την αμεσότητα και την ανθρωπιά των κειμένων της. Όταν το βιβλίο της κυκλοφόρησε, με τίτλο «Το μέτρο της ψυχής», δεν έγινε αμέσως μπεστ-σέλερ, με τον τρόπο που ήταν τα βιβλία της άλλης συγγραφέα. Κέρδισε αναγνώστες που αναζητούσαν την αλήθεια. Οι κριτικοί έγραψαν για την “ασυνήθιστη ειλικρίνεια” της Φωτεινής Στάνου.
Σε μια τηλεοπτική εκπομπή, η διάσημη, ηλικιωμένη πλέον, συγγραφέας ρωτήθηκε για το ανερχόμενο λογοτεχνικό φαινόμενο, τη Φωτεινή. Η συγγραφέας, με την αμετακίνητη αλαζονεία της, απάντησε: «Μαθαίνω ότι γράφει για τους φτωχούς. Δεν συμφωνώ. Η αληθινή τέχνη απαιτεί ύψος, όχι βούρκο».
Αλλά η Φωτεινή, που παρακολουθούσε την εκπομπή από την μικρή της τηλεόραση, χαμογέλασε. Δεν ένιωσε οργή. Ήταν ελεύθερη.
Την επόμενη μέρα, βγήκε στον ήλιο. Είδε τον κυρ – Μήτσο να σπρώχνει το καροτσάκι του. Αυτή τη φορά, του χαμογέλασε, όχι από συμπόνια, αλλά από συναδέλφωση. Ήξερε ότι είχε βρει την πραγματική της θέση ‒ να είναι η φωνή που ηχούσε, όχι από τα παλάτια και τα ακριβά ξενοδοχεία, αλλά από τις πλατείες και τα στενά. Είχε χτίσει το δικό της «μεγαλείο» με τις αληθινές ιστορίες των “απλών” ανθρώπων. Η πένα της είχε αποδειχθεί πιο δυνατή από όλα τα πλούτη.
- Η Εύα Αλιβιζάτου είναι αρθρογράφος – συγγραφέας.










